Category Archives: Θεωρητικα Κειμενα – Μεταφρασεις τριτων

“Ειμαι επισης ενας μηδενιστης”, Renzo Novatore

(Renzo Novatore, 21/05/1920, Μιλάνο)

I

Είμαι ατομικιστής επειδή είμαι αναρχικός και είμαι αναρχικός επειδή είμαι μηδενιστής. Αλλά καταλαβαίνω επίσης το μηδενισμό με το δικό μου τρόπο…

Δε με νοιάζει αν είναι Νορβηγικής ή Ανατολίτικης προέλευσης, ούτε αν έχει μία ιστορική, πολιτική, πρακτική παράδοση, ούτε αν ακολουθεί μία θεωρητική, φιλοσοφική, πνευματική ή διανοητική τέτοια. Αποκαλώ τον εαυτό μου μηδενιστή επειδή ξέρω πως μηδενισμός σημαίνει άρνηση.

Άρνηση κάθε κοινωνίας, κάθε σέκτας, κάθε κανόνα, κάθε θρησκείας. Αλλά δε λαχταρώ τη Νιρβάνα περισσότερο από ότι ποθώ τον απελπισμένο και ανίσχυρο πεσιμισμό του Σοπενχάουερ, ο οποίος είναι χειρότερος από τη βίαια αποκήρυξη της ίδιας της ζωής. Ο δικός μου πεσιμισμός είναι ενθουσιώδης και διονυσιακός, σαν φλόγα που πυρπολεί τη ζωτική μου αφθονία, που χλευάζει κάθε θεωρητική, επιστημονική και ηθική φυλακή.

Και αν αποκαλώ τον εαυτό μου ατομικιστή αναρχικό, εικονοκλάστη και μηδενιστή, είναι ακριβώς επειδή πιστεύω πως σε αυτά τα επίθετα υπάρχει η υψηλότερη και η πιο πλήρης έκφραση της θεληματικής και ριψοκίνδυνης ατομικότητας μου, η οποία, σαν ποταμός που ξεχειλίζει, θέλει να επεκταθεί παρασύροντας ορμητικά φράγματα και φράχτες ώσπου να πέσει πάνω σε γρανιτένιο βράχο, συνθλίβοντας και διαλύοντας στο πέρασμα του. Δεν αποκηρύσσω τη ζωή. Την εξυμνώ και την τραγουδώ.

II

Όποιος αποκηρύττει τη ζωή επειδή θεωρεί πως δεν είναι τίποτα άλλο από πόνος και θλίψη και δε βρίσκει το ηρωικό κουράγιο να αυτοκτονήσει είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας τερατώδης υποκριτής και ένας ανήμπορος. Όπως ακριβώς είναι κάποιος, ένα οικτρό και κατώτερο πλάσμα εάν πιστεύει πως το ιερό δέντρο της ζωής είναι ένα διεστραμμένο φυτό στο οποίο μπορούν θα σκαρφαλώσουν όλοι οι πίθηκοι αργά ή γρήγορα και πως μετά, τη σκιά του πόνου θα τη διώξουν μακριά τα φωσφορίζοντα βεγγαλικά του πραγματικού Καλού…

III

Η ζωή, για μένα, δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, δεν είναι ούτε μια θεωρία ούτε μια ιδέα. Η ζωή είναι μια πραγματικότητα, και η πραγματική ζωή είναι πόλεμος. Για εκείνον που έχει γεννηθεί πολεμιστής, η ζωή είναι πηγή χαράς, για τους άλλους είναι πηγή ταπείνωσης και θλίψης. Δεν απαιτώ πια την ανέμελη χαρά απ’ τη ζωή. Δε μπόρεσε να μου τη δώσει, και δεν θα είχα τι να την κάνω τώρα πια που η εφηβεία μου πέρασε…

Αντίθετα, απαιτώ να μου δώσει εκείνη τη διεστραμμένη χαρά της μάχης, που μου δίνει τους θλιβερούς σπασμούς της ήττας και τις ηδονικές ανατριχίλες της νίκης.

Ηττημένος στη λάσπη ή νικητής στον ήλιο, τραγουδώ τη ζωή και τη λατρεύω!

Το εξεγερμένο πνεύμα μου δε βρίσκει γαλήνη παρά μόνο στον πόλεμο, όπως ακριβώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για το αλήτικο, γεμάτο άρνηση μυαλό μου από την, χωρίς αναστολές, επιβεβαίωση της ικανότητας μου για ζωή και αγαλλίαση. Κάθε μου ήττα είναι, για μένα, μονάχα ένα συμφωνικό πρελούδιο για μια νέα νίκη.

IV

Από τη μέρα που ήρθα στο φως -μέσα από μία τυχαία σύμπτωση που δε με ενδιαφέρει να εξηγήσω τώρα- κουβαλούσα μαζί μου το δικό μου Καλό και το δικό μου Κακό.

Εννοώ: τη χαρά και τη θλίψη μου, σε εμβρυακό στάδιο. Και οι δύο αναπτύχθηκαν μαζί μου στο πέρας του χρόνου. Όσο πιο έντονα αισθανόμουν χαρά, τόσο πιο βαθιά καταλάβαινα τη θλίψη. Δε μπορείς να καταπιέσεις το ένα χωρίς να καταπιέσεις και το άλλο.

Τώρα έσπασα την πόρτα και αποκάλυψα το γρίφο της Σφίγγας. Η χαρά και η θλίψη είναι απλά δύο ποτά με τα οποία μεθά ανέμελα η ζωή. Έτσι λοιπόν, η ζωή δεν είναι μία άθλια και τρομακτική έρημος, όπου ούτε ανθίζουν λουλούδια πια, ούτε δρέπονται πορφυροί καρποί.

Και ακόμα και η δριμύτερη θλίψη, αυτή που οδηγεί ένα δυνατό άνδρα στη συνειδητή και τραγική καταστροφή της ίδιας του της ατομικότητας, είναι μονάχα μία δραστήρια εκδήλωση τέχνης και ομορφιάς.
Και επιστρέφει ξανά στο παγκόσμιο ανθρώπινο ρεύμα με τις εκτυφλωτικές ακτίνες του εγκλήματος που καταστρέφει και παρασέρνει όλη την αποκρυσταλλωμένη πραγματικότητα του περιγεγραμμένου κόσμου των πολλών, ώστε να ανυψωθεί προς την απόλυτη ιδανική φλόγα και να διαλυθεί στην ατελείωτη φωτιά του καινούριου.

V

Η εξέγερση του ελεύθερου ενάντια στη θλίψη είναι μονάχα η ενδόμυχη, παθιασμένη επιθυμία για μεγαλύτερη και πιο έντονη χαρά. Αλλά η μεγαλύτερη χαρά μπορεί να εμφανιστεί σε αυτόν μονάχα στον καθρέφτη της πιο βαθιάς θλίψης, για να ενωθούν αργότερα σε μία τεράστια βάρβαρη αγκαλιά. Και από αυτήν την τεράστια και παραγωγική αγκαλιά, αναβλύζει το υψηλότερο χαμόγελο του ισχυρού, καθώς, στα μέσα της σύγκρουσης, τραγουδά τον πιο βροντερό ύμνο στη ζωή.

Έναν ύμνο πλεγμένο από περιφρόνηση και χλεύη, από θέληση και δύναμη. Έναν ύμνο που δονείται και πάλλεται στο φως του ήλιου καθώς λάμπει πάνω στους τάφους, έναν ύμνο που ανασταίνει το τίποτα και το γεμίζει με ήχο.

VI

Πάνω από το δουλικό πνεύμα του Σωκράτη, που δέχεται στωικά το θάνατο και πάνω από το ελεύθερο πνεύμα του Διογένη, που δέχεται κυνικά τη ζωή, ανατέλλει ένα θριαμβικό ουράνιο τόξο, πάνω στο οποίο χορεύει ο ιερόσυλος εξολοθρευτής των νέων πνευμάτων, ο ριζοσπάστης καταστροφέας κάθε ηθικού κόσμου.

Είναι o ελεύθερος που χορεύει εκεί ψηλά, καταμεσής της μεγαλόπρεπης φωτεινότητας του ήλιου.

Και όταν τεράστια σύννεφα ζοφερού σκοταδιού ξεπροβάλλουν από βαλτώδη βάραθρα για να θολώσουν τη φωτεινή θωριά του ή για να εμποδίσουν το δρόμο του, εκείνος ανοίγει το δρόμο με τις σφαίρες του Browning του ή σταματάει την πορεία τους με την αυταρχική του φαντασία, αναγκάζοντάς τα να υποταχθούν σαν ταπεινοί σκλάβοι στα πόδια του.

Άλλα μόνο εκείνος που γνωρίζει και εξασκεί την μανία της καταστροφής μπορεί να κατέχει τη χαρά, τη γεννημένη από την ελευθερία, εκείνης της μοναδικής ελευθερίας που γονιμοποιείται από τη θλίψη. Αντιστέκομαι στην πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου για χάρη του θριάμβου της πραγματικότητας του εσωτερικού μου κόσμου.

Απορρίπτω την κοινωνία για το θρίαμβο του Εγώ. Απορρίπτω τη σταθερότητα κάθε κανόνα, κάθε εθίμου, κάθε ηθικής για την επιβεβαίωση κάθε θεληματικού ενστίκτου, κάθε ελεύθερης συναίσθησης, κάθε πόθου, κάθε φαντασίας. Χλευάζω κάθε καθήκον και κάθε δικαίωμα για να μπορώ να τραγουδώ την ελεύθερη βούληση.

Χλευάζω το μέλλον του να υποφέρω και απολαμβάνω το καλό μου και το κακό μου στο παρών. Σιχαίνομαι την ανθρωπότητα γιατί δεν είναι η δικιά μου ανθρωπότητα. Μισώ τους τυράννους και απεχθάνομαι τους σκλάβους. Δε θέλω και δε ζητώ αλληλεγγύη, γιατί είμαι πεπεισμένος πως είναι μία νέα αλυσίδα και γιατί πιστεύω όπως και ο Ίψεν ότι ο πιο μόνος είναι και ο πιο δυνατός. Αυτός είναι ο Μηδενισμός μου. Η ζωή, για μένα, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ηρωικό ποίημα χαράς και διαστροφής γραμμένο από τα ματωμένα χέρια της θλίψης και του πόνου ή ένα τραγικό όνειρο τέχνης και ομορφιάς.

μετάφραση και δημοσίευση: Parabellum

“Το υποτακτικο πληθος”, L

«Όλες οι επαναστάσεις έχουν αποτύχει; Ίσως, αλλά η εξέγερση για καλό σκοπό
είναι δικαιολογημένη από μονή της- είναι καλή . Η εξέγερση μεταμορφώνει
τους σκλάβους σε ανθρώπινα όντα, έστω και για μία ώρα μόνο».

Edward Abbey

Μπορείς να είσαι το πιο ευχάριστο, καλόβολο, καλόκαρδο άτομο, αλλά αυτό
δεν έχει πραγματικά καμία σημασία για τα «φυσιολογικά» μέλη της Κοινωνίας:
τους «ακόλουθους», αυτούς που φοβούνται και εχθρεύονται οποιονδήποτε
εκλαμβάνουν ως διαφορετικό σε σχέση με οτιδήποτε οι ίδιοι θεωρούν αποδεκτό
ή αξιοπρεπές. Φαίνεται ότι το να φοράς διαφορετικά ρούχα ή να έχεις
περίεργο κούρεμα είναι αρκετό για να διακινδυνεύσεις την οργή των «καλών
ανθρώπων», για να μην αναφέρουμε καν το να έχεις διαφορετικούς τρόπους ή
αντίληψη για την επικρατούσα τάση. Αν έχεις ιδέες που αμφισβητούν το
status quo, και είσαι αποφασισμένος να τις μετατρέψεις σε εμπειρία,
ετοιμάσου για το θυμό και την κακία τους. Με στενά μυαλά και χαμηλούς
ορίζοντες, το υποτακτικό πλήθος είναι τα μάτια, τα αυτιά και το στόμα της
καταστολής. Χαμερπείς κονφορμιστές που -όταν δεν ψάχνουν «τρομοκράτες» και
«εγκληματίες»- είναι απασχολημένοι με το αναζητούν και να καταδίδουν
οποιονδήποτε δεν περνά τη ζωή του σαν ένας από το κοπάδι των προβάτων.
Πρόβατα που σκάβουν για λεφτά, λένε ψέματα, εξαπατούν και μαχαιρώνουν
πισώπλατα για να πάρουν αυτό που θέλουν, να εξουσιάσουν άλλους ανθρώπους
όταν μπορούν, και ικετεύουν τις αρχές για προστασία και έλεος. «Γείτονες»,
«κοινότητες» και «πολίτες», απλά περισσότερες λέξεις για αυτούς που γεμίζουν τους δρόμους με την ξενοφοβία
τους, το εθνικισμό τους και την
υποκρισία τους. Αυτοί που σέβονται την κοινωνική μετριότητα και κολακεύουν
την εξουσία αξίζουν την περιφρόνησή μου. Ο κόσμος τους πρέπει να
εξαφανιστεί.
Τι είναι φυσιολογικό. Ρωτάω επειδή, προφανώς, από την αντίδραση των
αγνώστων ανάμεσα στους οποίους ζω, δεν είμαι «κανονικός» ούτε εξ
αποστάσεως. Να γραπώνεσαι από κάποια σκατοδουλειά, να παντρεύεσαι και να
αναπαράγεσαι, να τρέχεις να αγοράσεις το δικό σου σπίτι, καταναλωτισμός,
μπύρα και τηλεόραση μετά από μία μέρα στη δουλειά: αυτή είναι η καλή ζωή,
αυτή είναι η κανονικότητα αυτών που αγαπούν την Κοινωνία και τοποθετούν
όλους τους άλλους εναντίον. Αυτοί οι πολίτες μισούν οποιοδήποτε τολμά να
λάμψει περισσότερο από όλα αυτά και θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι
τους για να καταστρέψουν αυτούς που φέρνουν το φως. Γιατί είναι το φως των
Μοναδικών που κάνει τους αδαείς να αντιληφθούν ότι η δική τους
χαμερπής συμμόρφωση δεν είναι παρά μια σκιά της ζωής.

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της Κοινωνίας είναι η υποταγή στη συστηματική
βία των πλουσίων και η καταστολή οποιοιδήποτε ατόμου ή ομάδας αμφισβητεί
την τάξη τους. Πάντα ήταν έτσι τα πράγματα και θα παραμείνουν έτσι για
πάντα. Ο αγώνας του ατόμου ενάντια στην Κοινωνία και το Κράτος είναι ένας
αέναος αγώνας ενάντια στην απώλεια της ιστορικής μνήμης και της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας. Είναι ο αγώνας του Μοναδικού ενάντια στο υπάρχον.

Δεν ξεχνάω ποτέ ότι η ανατροπή δεν είναι μόνο έκρηξη και πυρκαγιά: είναι η
σταθερή και επίμονη διαστροφή των κυρίαρχων αξιών και της ηθικής εκείνων
που ελέγχουν τη ζωή μου. Όπως τα πλήθη των ανθρώπων που αρνούνται την
αυτονομία μου, το χώρο και την ελευθερία μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι
είναι κάτι παραπάνω από ρομπότ που πρόθυμα παραχωρούν τον έλεγχο της ζωής
τους χωρίς αγώνα. Θα επιτεθώ στην Κοινωνία και το Κράτος τους με το λόγο
μου, με γραμμένες λέξεις και πράξεις.

Οι ιδέες μου δεν θα χαθούν ποτέ, καθώς δεν ανήκουν σε μένα. Επιστρέφουν με
κάθε γενιά, μέσα σε αυτούς τους λίγους Μοναδικούς με τους οποίους
μοιράζομαι τη φύση μου, όπως τα αστέρια στο νυχτερινό ουρανό αναζητούν τη
ζωή μέσα από ατελείωτα απόβλητα. Για μένα, αναρχία είναι το μαύρο κενό του
μηδενιστικού χάους που εμφανίζεται ως πηγή όλης της δημιουργίας και
καταστροφής. Δεν είναι απλά μια μέθοδος οικονομικού και κοινωνικού
ρεφορμισμού όπως κηρύττουν οι πολιτισμένοι αναρχικοί ως καλοί Χριστιανοί
μαζί με τους υπόλοιπους κοινωνιστές.

Αφιερωμένο στον Eat, του Πυρήνα Luciano Tortuga / FAI Ινδονησία

L

 

Αυτό το απόσπασμα είναι ακόμα μια συνεισφορά στην κριτική εναντίον του «αστικού αναρχισμού» όπως αυτός έχει περιγραφεί παλαιότερα από της Venona Q. Και τους συντρόφους των εκδόσεων Dark Matter.

Μετάφραση: canis latrans

Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύτηκε στο 33ο τεύχος του αναρχικού περιοδικού “Dark Nights”.

“Ο Τιμιος Εργατης”, Zo d’Axa

Είναι η απίστευτη διόγκωση της μάζας των εκμεταλλευομένων που δημιουργεί την αυξανόμενη και λογική φιλοδοξία των εκμεταλλευτών.

Οι βασιλιάδες των ορυχείων, των κοιτασμάτων άνθρακα και χρυσού κάνουν λάθος που ανησυχούν. Η παραίτηση των υποτακτικών τους, καθαγιάζει την εξουσία τους. Δε χρειάζεται πλέον να υποστηρίζουν τη γελοιότητα, ότι η εξουσία τους παρέχεται από κάποιο ιερό δικαίωμα: η κυριαρχία τους νομιμοποιείται από τη λαϊκή συναίνεση. Ένα δημοψήφισμα του εργάτη που θα αποτελείται από πατριωτική προσκόλληση, κοινότοπες δημαγωγίες ή σιωπηλή υποταγή διαβεβαιώνει την κατοχή του αφεντικού και τη βασιλεία του αστού.

Σε αυτό το έργο, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον “καλλιτέχνη”.
Είτε στο ορυχείο, είτε στο εργοστάσιο , ο Τίμιος Εργάτης, αυτό το πρόβατο, έχει μεταδώσει στο κοπάδι τη ψώρα.

Το ιδανικό του επόπτη έχει διαστρεβλώσει τα ένστικτα των ανθρώπων. Η αθλητική περιβολή την Κυριακή, οι πολιτικές συζητήσεις, η ψήφος… αυτές είναι οι ελπίδες που παίρνουν τη θέση του παντός. Η απεχθής καθημερινή εργασία δε γεννά ούτε μίσος ούτε έχθρα. Το μεγάλο κόμμα των εργατών σιχαίνεται τους τεμπέληδες που κακώς παίρνουν τα χρήματα που τους χορηγεί το αφεντικό.

Η καρδιά τους ανήκει στη δουλειά.

Είναι περήφανοι για τα, γεμάτα κάλλους, χέρια τους.

Όσο παραμορφωμένα και αν είναι τα δάχτυλα, ο ζυγός έχει κάνει χειρότερα στο μυαλό: τα καρούμπαλα της παραίτησης, της δειλίας και του σεβασμού έχουν μεγαλώσει κάτω από το δέρμα από το τρίψιμο στα χάμουρα. Ξιπασμένοι γέροι εργάτες κουνούν τα διαπιστευτήριά τους: σαράντα χρόνια στο ίδιο μέρος! Τους ακούμε να λένε για αυτό, καθώς ζητιανεύουν ψωμί στους αγρούς.

“Δείξτε έλεος, κυρίες και κύριοι, σε έναν άρρωστο γέρο άνθρωπο, ένα γενναίο εργάτη, ένα καλό Γάλλο, έναν εθελοντή αξιωματικό που πολέμησε στον πόλεμο, δείξτε έλεος, κυρίες και κύριοι.”

Έχει κρύο: τα παράθυρα παραμένουν κλειστά. Ο γέρος δεν καταλαβαίνει.

Δίδαξε τους ανθρώπους! Τι άλλο χρειάζεται; Η φτώχεια του δεν τον δίδαξε τίποτα. Όσο υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, οι δεύτεροι θα συνωστίζονται για εκτελέσουν τις εργασίες που χρειάζεται. Ο τράχηλος του εργάτη είναι συνηθισμένος στο ζυγό. Όταν είναι ακόμα νέοι και δυνατοί, είναι απλά οικόσιτα κτήνη που δεν τρέχουν άγρια μέσα στις στοές.

Η ειδική τιμή του προλετάριου είναι να δέχεται όλα αυτά τα ψέματα, στων οποίων το όνομα καταδικάζεται σε αναγκαστική εργασία: καθήκον, πατρίδα κλπ. Τα δέχεται, ελπίζοντας πως μια μέρα θα ανέλθει στην αστική τάξη. Το θύμα κάνει τον εαυτό του συνεργό. Ο αναξιοπαθών μιλά για τη σημαία, στηθοδέρνεται, βγάζει το καπέλο του και φτύνει στον αέρα:

“Είμαι ένας τίμιος εργάτης!”
Και το φτύμα προσγειώνεται στα μούτρα του.

μετάφραση: Parabellum

“Ενας σιγουρος τροπος να αντλησεις χαρα αμεσα: Καταστρεψε με παθος!”, Zo d’Axa

Το Χρηματιστήριο, τα Δικαστήρια και το Μέγαρο των Νομοθετών είναι κτίρια τα οποία συζητούνται πολύ τις τελευταίες μέρες. Ειδικά τα τρία αυτά κτίρια, είχαν απειληθεί από τρεις νεαρούς άνδρες που ευτυχώς τους σταμάτησαν εγκαίρως.

Τίποτα δε μπορεί να μείνει κρυφό από τους κυρίους δημοσιογράφους. Αποκάλυψαν την τριπλή συνωμοσία και οι συνάδελφοι τους στην ασφάλεια συνέλαβαν τους συνωμότες.

Για ακόμα μια φορά οι άνθρωποι του Τύπου και η αστυνομία κέρδισαν την ευγνωμοσύνη εκείνου του μέρους του πληθυσμού, που δεν εκτιμά τη γραφική γοητεία των συντετριμμένων μεγάρων και την περίεργη ομορφιά των κατεστραμμένων κτιρίων.

Το κοινό δε θα τσιγκουνευτεί τα “ευχαριστώ”. Οι προσφερόμενες υπηρεσίες θα αναγνωριστούν με ρευστό. Οι αρετές του Πολίτη πρέπει να ενθαρρύνονται. Μυστικά κονδύλια θα χορέψουν και το καρναβάλι θα οδηγείται από τους σωτήρες της κοινωνίας.

Ακόμα καλύτερα! Γιατί είναι διδακτικό το να σημειώσουμε, πως αν ανάμεσα στους αντιπάλους μας υπάρχει ένας μικρός αριθμός έξυπνων εκμεταλλευτών, η μεγάλη μάζα από αυτούς αποτελείται από ηλίθιους που τραβούν τα όρια της αφέλειας στον ορίζοντα.

Πως μπόρεσαν να πιστέψουν αυτοί οι άξεστοι, πως οι αναρχικοί θα ανατίναζαν το κοινοβούλιο σε μια τέτοια περίοδο;

Σε μια περίοδο που οι νομοθέτες λείπουν σε διακοπές!

Θα πρέπει να είσαι κατώτερος και από τον κατώτερο για να πιστεύεις πως οι αναρχικοί θα διάλεγαν μια τέτοια περίοδο.

Μόνο και μόνο για χάρη της τυπικής ευγένειας, θα περιμέναμε να γυρίσουν όλοι από τις διακοπές τους.
Παρ’ όλα αυτά, τις προάλλες οι μαγαζάτορες του Παρισιού, καθώς έφτιαχναν τα εμπορεύματα τους, έλεγαν στους εαυτούς τους, με την καλή, ρωμαλέα λογική τους:

“ Δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα λάθους. Θέλουν να υπονομεύσουν τα θεμέλια των αιώνιων μνημείων μας. Είμαστε αντιμέτωποι με μια νέα συνωμοσία.”

Μα ελάτε τώρα γενναίοι μαγαζάτορες! Περιπλανάστε στις πεδιάδες του παραλόγου. Αυτή η συνωμοσία για την οποία μιλάτε δεν είναι καινούρια. Αν εννοείτε το γκρέμισμα των σκουληκοφαγωμένων οικοδομημάτων της κοινωνίας που μισούμε, λοιπόν αυτό προετοιμάζεται εδώ και πολύ καιρό.

Γι’ αυτό συνωμοτούσαμε πάντα.

Ο ναός του Χρηματιστηρίου, όπου οι πιστοί καθολικοί και οι πυρετώδεις Εβραίοι συναντιούνται για τις τελετές και ζητήματα του τιποτένιου εμπορίου, ο ναός του Χρηματιστηρίου πρέπει στην πραγματικότητα να εξαφανιστεί και σύντομα.

Αυτούς που χειρίζονται τα χρήματα, με τη σειρά τους, θα τους χειριστεί το βαρύ χάδι των πετρών από τα συντρίμμια.

Τότε το παιχνίδι του Χρηματιστηρίου δεν θα παίζεται πια. Αυτοί οι ικανοί κωπηλάτες που φέρνουν εκατομμύρια στις επιχειρήσεις, των οποίων ο λόγος ύπαρξης είναι να κερδοσκοπούν πάνω στο σιτάρι και να οργανώνουν λοιμούς, δε θα υπάρχουν πια.

Αυτοί που δρουν στα παρασκήνια: οι χρηματιστές, όλοι οι τραπεζίτες – παπάδες του χρήματος- θα κοιμηθούν τον τελευταίο τους ύπνο κάτω από τα συντρίμμια του ναού τους.

Όσο για τους δικαστικούς, είναι πασίγνωστο πως ποτέ δεν είναι τόσο ωραίοι όσο όταν πηγαίνουν προς το θάνατο.

Είναι πραγματική απόλαυση να τους βλέπεις.

Η ιστορία είναι γεμάτη από χαρακτηριστικά σκίτσα εισαγγελέων και δικαστών που ο κόσμος έκανε ανά καιρούς να υποφέρουν. Πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτοί οι άνθρωποι έχουν διακοσμητικό πόνο.
Και τι ωραίο θέαμα θα ήταν: μια αναταραχή στο δικαστικό μέγαρο. Ο Κενέ περιορισμένος από μια κολόνα που θα του έχει σπάσει τους σπονδύλους, να προσπαθεί σκληρά να υποθέσει πως μοιάζει ο τσακισμένος Μπορεπέρ, ο Καμπό να λέει αποφθέγματα του Μπαλζάκ με την τελευταία του πνοή και ο Ανκετίλ δίπλα στον πνευματώδη Κρουπί να φωνάζει:

“Τίποτα δε χάθηκε… υποστηρίζουμε τις θέσεις μας.”

Η σκηνή θα είχε τόσο μεγαλείο που σαν καλές ψυχές που είμαστε θα λυπόμαστε τους ηττημένους. Δε θα θέλαμε πια να θυμόμαστε το αίσχος των κόκκινων τηβέννων, βαμμένων με το αίμα των φτωχών. Θα ξεχάσουμε ότι οι δικαστές ήταν δειλοί και σκληροί.

Και αν ο ίδιος ο Αθαλίν – ειδικός στις πολιτικές δίκες- έσκυβε το κεφάλι και ζητούσε να αναπαυθεί, εμείς με ευγένεια θα συναινέσουμε στην επιθυμία αυτού του άρρωστου ανθρώπου.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιος αναρχικός για να γοητευτεί από τις επερχόμενες καταστροφές.

Όλοι αυτοί που μαστιγώνονται από την κοινωνία, στο βάθος της ψυχής τους θέλουν ενστικτωδώς εκδίκηση.
Χίλια οικοδομήματα του παλιού κόσμου έχουν μαρκαριστεί με το σημάδι του θανάτου.
Τα μέλη της συνωμοσίας δεν έχουν ανάγκη τις ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον: ξέρουν ένα σίγουρο τρόπο για να αντλήσουν χαρά άμεσα: Να καταστρέψουν με πάθος!

μετάφραση: Parabellum

“Εμεις”, Zo d’Axa

Μιλούν για την αναρχία.

Οι φυλλάδες έχουν ξεσηκωθεί. Σύντροφοι δίνουν συνεντεύξεις και η “L’Éclair” μεταξύ άλλων, λέει πως υπάρχει σχίσμα μεταξύ των αναρχικών.

Οι απόψεις διχάζονται πάνω στο θέμα της κλοπής.

Λέγεται πως κάποιοι θέλουν να την κάνουν αρχή τους ενώ άλλοι την καταδικάζουν οριστικά.
Λοιπόν! Θα ήταν αδύνατον για εμάς να πάρουμε θέση σε αυτό το θέμα. Θα μπορούσαμε να εγκρίνουμε αυτήν την κλοπή και να τη θεωρήσουμε καλή. Μια άλλη θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε απεχθή.
Δεν υπάρχει Απόλυτο.

Αν τα γεγονότα μας οδηγούν σήμερα να ορίσουμε τον έναν ή τον άλλον τρόπο για να βλέπουμε και να ζούμε, κάθε μέρα, μέσα από τα, γεμάτα ζωή, άρθρα των εκφραστικών συντρόφων μας, η θέληση μας έχει εκδηλωθεί καθαρά:

Ούτε σε κόμμα, ούτε σε ομάδα.

Έξω.

Βαδίζουμε στο δικό μας δρόμο ως άτομα, χωρίς την Πίστη που σώζει και τυφλώνει. Η απέχθεια μας για την κοινωνία δε μας προκαλεί αμετάβλητες πεποιθήσεις. Πολεμούμε για τη χαρά της μάχης και χωρίς κανένα όνειρο για ένα καλύτερο μέλλον. Τι μας νοιάζουν τα αύριο που δε θα έρθουν για αιώνες! Τι μας νοιάζει για τα τρισέγγονα μας! Είμαστε έξω από όλους τους νόμους, όλους τους κανόνες και όλες τις θεωρίες, ακόμα και την αναρχική.

Από αυτήν τη στιγμή, άμεσα, θέλουμε να παραδοθούμε στο έλεος μας, στα ξεσπάσματα μας, στην ευγένεια μας, στην οργή μας, στα ένστικτα μας, περήφανοι που είμαστε ο εαυτός μας.

Μέχρι τώρα τίποτα δεν μας έχει αποκαλυφθεί από τον ακτινοβόλο ορίζοντα. Τίποτα δε μας έχει δώσει ένα σταθερό κριτήριο. Το πανόραμα της ζωής αλλάζει χωρίς σταματημό και τα δεδομένα μας εμφανίζονται υπό διαφορετικό φως κάθε ώρα. Δε θα αντιδράσουμε ποτέ ενάντια στο θέαμα των αντικρουομένων απόψεων. Είναι απλό. Η ηχώ των παλλόμενων συναισθημάτων αντιλαλεί εδώ. Και αν η ορμητικότητα αποπροσανατολίζει με την απροβλεπτικότητα της, είναι επειδή μιλάμε για πράγματα του καιρού μας όπως θα έκαναν πρωτόγονοι βάρβαροι εάν έπεφταν ξαφνικά ανάμεσα τους.

Κλοπή!

Δε θα μας περνούσε ποτέ από το μυαλό να εμφανιστούμε ως δικαστές. Υπάρχουν κλέφτες που μας δυσαρεστούν; αυτό είναι βέβαιο, Θα τους επιθετόμασταν; Μάλλον ναι. Αλλά θα το κάναμε περισσότερο για τη σαγήνη του πράγματος παρά για το ωμό γεγονός.

Δε θα υποστηρίξουμε την απόλυτη Αλήθεια, με το Α κεφαλαίο.

Είναι θέμα άποψης.

Ένας καμπούρης θα μπορούσε να με δυσαρεστήσει περισσότερο από έναν ευγενικό εγκληματία.

μετάφραση: Parabellum

“Στους ψηφοφορους”, Zo d’Axa

Ψηφοφόροι:

Εφόσον διεκδικώ τις ψήφους σας, σας οφείλω λίγα λόγια. Ορίστε λοιπόν:

Κατάγομαι από παλιά γαλλική οικογένεια, αν μου επιτρέπεται, και είμαι γομάρι από καλή ράτσα, ένα γομάρι με την καλή έννοια της λέξης: τέσσερις οπλές και παντού μαλλί.

Το όνομα μου είναι Άχρηστος, όπως είναι και οι υπόλοιποι υποψήφιοι.

Είμαι κενός, όπως πολλά ψηφοδέλτια που επιμένουν να μην μετράνε και τα οποία πλέον ανήκουν σε μένα.
Η εκλογή μου είναι εξασφαλισμένη.

Καταλαβαίνετε πως μιλάω ειλικρινά.

Πολίτες:

Σας κορόιδεψαν. Ειπώθηκε πως η τελευταία βουλή, αποτελούμενη από ηλίθιους και αγύρτες, δεν αντιπροσωπεύει την πλειοψηφία. Αυτό είναι ψευδές.

Αντιθέτως, μία βουλή που αποτελείται από ανόητους εκπροσώπους και κλέβει, σας αντιπροσωπεύει τέλεια. Μη διαμαρτύρεστε. Ένα έθνος έχει τους αντιπροσώπους που του αξίζουν.

Γιατί τους εκλέξατε;

Δε ντρέπεστε να παραδεχτείτε, μεταξύ σας, πως όσο αλλάζουν τα πράγματα τόσο μένουν ίδια και πως οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι σας, σας χλευάζουν και σκέφτονται μόνο το συμφέρον τους, δόξα ή λεφτά.
Τότε γιατί θα τους επανεκλέξετε αύριο;

Ξέρετε πολύ καλά πως αυτοί που εκλέγετε θα αθετήσουν το λόγο τους για μια επιταγή και πως θα κάνουν ρουσφέτια με δουλειές, θέσεις και καταστήματα καπνού.

Αλλά για ποιους είναι τα καταστήματα καπνού, οι θέσεις και οι επικερδείς και άνετες δουλειές, αν όχι για τις Εκλογικές Επιτροπές, που πληρώνονται με αυτόν τον τρόπο;

Οι τσοπάνηδες των Επιτροπών είναι λιγότερο αδαείς από το κοπάδι.

Η βουλή αντιπροσωπεύει τους πολλούς.

Μια βουλή ηλίθιων και κουτοπόνηρων, γερο-ανόητων και Robert Macaires είναι απαραίτητη για να προσωποποιεί και τους επαγγελματίες ψηφοφόρους και τους μελαγχολικούς προλετάριους την ίδια στιγμή.

Αυτοί είστε!

Σας κοροϊδεύουν, καλοί ψηφοφόροι, σας ξεγελούν και σας κολακεύουν όταν σας λένε πως είστε όμορφοι, δίκαιοι, σωστοί, εθνικά ανεξάρτητοι, κυρίαρχος λαός, ελεύθεροι άνθρωποι… Θερίζουν τις ψήφους σας και αυτό είναι όλο. Είστε καρποί για να δρέψουν… Αχλάδια.

Σας ξεγελούν συνέχεια. Σας λένε πως η Γαλλία είναι ακόμα η Γαλλία. Αυτό δεν είναι αλήθεια.
Με κάθε μέρα που περνάει η Γαλλία χάνει τη σημασία της στον κόσμο. κάθε φιλελεύθερη σημασία. Δεν είναι πλέον ένα έθνος ριψοκίνδυνων ανθρώπων που διαδίδουν τις ιδέες και τον πολιτισμό. Είναι μια Μαριάννα που γονατίζει μπροστά στους αυτοκράτορες. Είναι κρατισμός αναγεννημένος πιο υποκριτικά από ότι στη Γερμανία. Ένα ξυρισμένο κεφάλι κάτω από ένα κεπί .

Σας κοροϊδεύουν, δε σταματούν να σας κοροϊδεύουν. Σας μιλάνε για ομοψυχία όταν ο αγώνας για το ψωμί δεν ήταν ποτέ τόσο οξύς ή αιματηρός όσο τώρα.

Σας μιλάνε για πατριωτισμό και για την ιερή μας προγονική κληρονομιά, σε σας που δεν έχετε τίποτα.

Σας μιλάνε για ακεραιότητα και να οι πειρατές του Τύπου, οι δημοσιογράφοι, που είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα, μεγάλοι απατεώνες και εκβιαστές, να τραγουδούν για την εθνική τιμή.

Οι υποστηρικτές της Δημοκρατίας, οι μικροαστοί, οι μικροί άρχοντες είναι σκληρότεροι με τους ζητιάνους από ότι ήταν οι δυνάστες προηγούμενων καθεστώτων. Ζούμε κάτω από το μάτι του επόπτη.

Οι αποδυναμωμένοι εργάτες, παραγωγοί που δεν καταναλώνουν τίποτα, είναι ικανοποιημένοι να γλείφουν υπομονετικά το κόκαλο χωρίς κρέας που τους πετούν, το κόκαλο της καθολικής ψήφου. Και μόνο για να πουν ψέματα και για να εμπλακούν σε εκλογικές συζητήσεις κουνούν τα σαγόνια τους, σαγόνια που δε ξέρουν πια πως να δαγκώσουν.

Και όταν, σε κάποιες περιπτώσεις, τα παιδιά του λαού ξυπνούν από τη νάρκη τους, έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με το το γενναίο στρατό μας, όπως στο Φουρνιέ … και η λογική του Lebel γεμίζει τα κεφάλια τους μολύβι.

Η δικαιοσύνη είναι ίδια για όλους. Οι έντιμοι κλέφτες του Παναμά μετακινούνται με άμαξες και δε ξέρουν τι είναι το κάρο. Χειροπέδες όμως σφίγγουν τους καρπούς των γέρων εργατών που συλλαμβάνονται ως αλήτες.

Το αίσχος του σήμερα είναι τόσο μεγάλο, που κανένας υποψήφιος δεν τολμά να υπερασπιστεί την κοινωνία. Οι πολιτικοί που πρόσκεινται στην αστική τάξη, αντιδραστικοί ή ανατρεπτικοί, με δημοκρατικά προσωπεία ή ψεύτικες μύτες, διακηρύσσουν πως αν τους ψηφίσετε τα πράγματα θα βελτιωθούν, θα είναι καλά. Αυτοί που σας έχουν ήδη πάρει τα πάντα, θέλουν κι’ άλλα.

Δώστε τις ψήφους σας, Πολίτες!

Οι ζητιάνοι, οι υποψήφιοι, οι κλέφτες, οι ψηφοθήρες όλοι έχουν έναν μοναδικό τρόπο να φτιάχνουν και να ξαναφτιάχνουν το Δημόσιο Καλό.

Ακούστε τους καλούς εργάτες, τους κομπογιαννίτες του κόμματος, θέλουν να πάρουν την εξουσία… ώστε να την καταργήσουν καλύτερα.

Άλλοι επικαλούνται την Επανάσταση και ξεγελούν τους εαυτούς τους, καθώς ξεγελάνε εσάς. Οι ψηφοφόροι δε θα κάνουν ποτέ Επανάσταση. Η καθολική ψήφος δημιουργήθηκε ακριβώς για να εμποδίσει την αντρίκια δράση. Ο Τσάρλι περνάει καλά ψηφίζοντας…

Και αν ακόμα κάποιο γεγονός έβγαζε τους ανθρώπους στο δρόμο και μία ομάδα αναλάμβανε δράση απαντώντας σε κάποια επίθεση της αστυνομία ή του στρατού, τι θα περιμέναμε από το συνωστισμένο πλήθος που βλέπουμε, αυτήν τη δειλή και άμυαλη μάζα.

Εμπρός! Εμπρός άνθρωποι του πλήθους! Εμπρός ψηφοφόροι! Στις κάλπες… και σταματήστε να παραπονιέστε. Αρκετά. Μην προσπαθήτε να εμπνεύσετε τον οίκτο για τη μοίρα που μόνοι σας επιβάλλατε στους εαυτούς σας. Μην προσβάλλετε τους Αφέντες που δώσατε στους εαυτούς σας.

Αυτοί οι αφέντες αξίζουν όσο και εσείς, καθώς σας κλέβουν. Μάλλον αξίζουν περισσότερο: αξίζουν 25 φράγκα την ημέρα, χωρίς να μετράμε τα άλλα οφέλη. Και έτσι πρέπει να είναι.

Ένας ψηφοφόρος δεν είναι τίποτα άλλο από ένας αποτυχημένος υποψήφιος.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στον πάτο, με μικρές οικονομίες και μικρές ελπίδες, άπληστοι μικρέμποροι και αργοκίνητος εξημερωμένος λαός, χρειάζονται μία μέτρια βουλή για ενώνει και να βγάζει χρήματα από ότι ποταπό υπάρχει στο έθνος.

Γι’ αυτό ψηφίστε, ψηφοφόροι! Ψηφίστε! Η βουλή προέρχεται από εσάς. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Δημιουργήστε μια βουλή κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση σας. Ο σκύλος γυρνά στον εμετό του. Γυρίστε στους εκπροσώπους σας…

μετάφραση: Parabellum

“Η Φυση ως Θεαμα”, Wolfi Landstreicher

Η εικόνα της «άγριας φύσης*» ενάντια στην αγριότητα

(Σημείωση του συγγραφέα: Η συχνή χρήση εισαγωγικών γίνεται για να ενισχύσει την άποψη πως η φύση και η «ερημιά» είναι έννοιες και όχι πραγματικά όντα).

Η Φύση δεν υπήρχε ανέκαθεν. Δε βρίσκεται στα βάθη του δάσους, στην καρδιά του λιονταριού του βουνού ή στα τραγούδια των πυγμαίων· βρίσκεται στις φιλοσοφίες και στις κατασκευασμένες γι’αυτήν εικόνες των πολιτισμένων ανθρώπων. Οι φαινομενικά αντίθετες θέσεις περιπλέκονται, δημιουργώντας τη φύση ως μια ιδεολογική κατασκευή, που υπηρετεί την εξημέρωσή μας, την καταστολή και τη διοχεύτευση των άγριων εκφράσεών μας.

Ο Πολιτισμός είναι μονολιθικός και ο πολιτισμένος τρόπος αντίληψης όλων εκείνων, που μπορούν να παρατηρηθούν, είναι επίσης μονολιθικός. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τα εκατομμύρια όντα, που υπάρχουν γύρω του, το πολιτισμένο μυαλό χρειάζεται να τα κατηγοριοποιήσει για να νομίζει ότι τα καταλαβαίνει (ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που καταλαβαίνει είναι πώς να τα κάνει χρήσιμα στον πολιτισμό). Η φύση είναι μια από τις πιο βασικές κατηγορίες του Πολιτισμού, μια από τις πιο χρήσιμες για να περιορίζει την αγριότητα των ατομικοτήτων και να επιβάλλει τον αυτοπροσδιορισμό τους ως πολιτισμένα, κοινωνικά όντα.

Κατά πάσα πιθανότητα, μια από τις πρώτες αντιλήψεις για τη φύση ήταν παρόμοια με αυτήν, που παρατηρούμε στην Παλαιά Διαθήκη: η κακή «αγριάδα», ένας τόπος ερημιάς, που κατοικείται από άγρια και δηλητηριώδη κτήνη, μοχθηρούς δαίμονες και τρελούς. Αυτή η αντίληψη εξυπηρετούσε ένα σκοπό ιδιαίτερα σημαντικό για τους πρώτους πολιτισμούς. Είχε ενσταλάξει το φόβο για ό,τι ήταν άγριο, κρατώντας τον περισσότερο κόσμο εντός των τειχών της πόλης και προκαλώντας σε όσους έβγαιναν να εξερευνήσουν την ανάγκη να έχουν μια αμυντική στάση, σα να βρίσκονταν σε εχθρικό έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η αντίληψη βοήθησε να δημιουργηθεί η διχοτόμηση μεταξύ «ανθρώπου» και «φύσης», η οποία εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν άγρια, δηλαδή σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Αλλά, αυτή η εντελώς αρνητική αντίληψη περί φύσης θα έφτανε κάποια στιγμή στα όρια της αχρηστείας της, αφού κρατούσε τον πολιτισμό μέσα σε ένα κλειστό και υπό πολιορκία φρούριο, ενώ για να επιβιώσει, ο πολιτισμός έχει την ανάγκη να επεκταθεί, να έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί όλο και πιο πολλά. Η «Φύση» έγινε ένα καλάθι πόρων, μια «μητέρα», που θρέφει την «ανθρωπότητα» και τον πολιτισμό της. Ήταν πανέμορφη, άξια λατρείας, ενατένισης, μελέτης και… εκμετάλλευσης.Δεν ήταν πλέον κακή… αλλά, ήταν χαοτική, ιδιότροπη και αναξιόπιστη. Ευτυχώς για τον πολιτισμό, η «ανθρώπινη φύση» είχε εξελιχθεί, είχε γίνει λογική και χρειαζόταν να βάλει τα πράγματα σε τάξη, να τα θέσει υπό τον έλεγχό της. Τα άγρια μέρη ήταν απαραίτητα στους ανθρώπους, για να μελετούν και να θαυμάζουν τη «φύση» στην ανέγγιχτη μορφή της, ακριβώς, όμως, για να μπορούν τα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα να κατανοήσουν και να ελέγξουν τις «φυσικές» διαδικασίες, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν για να επεκτείνουν τον πολιτισμό. Έτσι, η «κακή αγριάδα» επισκιάζεται από μια «φύση» ή μια «αγριότητα», που έχει θετική αξία για τον πολιτισμό.

Η αντίληψη περί φύσης δημιουργεί συστήματα κοινωνικών αξιών και ηθικής. Λόγω των προφανώς αντιθετικών αντιλήψεων, που έχουν εμπλακεί στην ανάπτυξη της έννοιας της «φύσης», αυτά τα συστήματα ίσως φαίνονται, επίσης, αντιθετικά· όμως, όλα έχουν τον ίδιο σκοπό: την εξημέρωσή μας. Εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε πολιτισμένα» και εκείνοι, που μας λένε «να φέρεστε φυσικά», μας λένε στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα: «Ζήστε σύμφωνα με εξωτερικές από εσάς αξίες, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες σας». Η ηθική των νατουραλιστών δεν είναι λιγότερο φαύλη από κάθε άλλη ηθική. Άνθρωποι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν, επειδή έκαναν «αφύσικες πράξεις» και αυτό συμβαίνει ακόμα. Η «Φύση» είναι και αυτή ένας άσχημος και απαιτητικός θεός.

Από την απαρχή της, η φύση ήταν μια κατασκευή της εξουσίας, για να ενισχύσει τη δύναμή της. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως στη σύγχρονη κοινωνία, όπου το θέαμα κυριαρχεί στην πραγματικότητα και πολλές φορές φαίνεται να τη δημιουργεί, η «φύση» λειτουργεί ως μια μέθοδος εξημέρωσης. Προγράμματα για τη «Φύση» στην τηλεόραση, ημερολόγια του Sierra Club, οι έμποροι «αγριότητας», τα τρόφιμα και οι ίνες «φυσικής» προέλευσης, ο «οικολόγος» πρόεδρος και η «ριζοσπαστική» οικολογία, όλα συνωμοτούν δημιουργώντας τη «φύση» και τη «σωστή» σχέση μας με αυτήν. Η προβαλλόμενη εικόνα εμπεριέχει την «κακή αγριάδα» των πρώτων πολιτισμών, σε μια υποσυνείδητη μορφή. Τα τηλεοπτικά προγράμματα για τη «Φύση» περιέχουν πάντα σκηνές άγριου κυνηγιούκαι έχει ειπωθεί πως οι σκηνοθέτες αυτών των προγραμμάτων χρησιμοποιούν ράβδους, που παράγουν ηλεκτρικές εκκενώσεις, για να προκαλέσουν μάχες μεταξύ των ζώων. Οι προειδοποιήσεις, που δίνονται στους μελλοντικούς εξερευνητές για τα επικίνδυνα ζώα και φυτά και οι ποσότητες προϊόντων, που παράγονται από τους εμπόρους «αγριότητας» για να αντιπετωπιστούν αυτά, είναι μάλλον υπερβολικά, από την προσωπική μου εμπειρία περιπάτων σε άγρια μέρη. Μας δίνεται η εικόνα πως η ζωή εκτός του πολιτισμού είναι μια μάχη επιβίωσης.
Αλλά, η κοινωνία του θεάματος χρειάζεται η εικόνα της «κακής αγριάδας» να είναι υποσυνείδητη, για να την εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά. Η κυρίαρχη εικόνα για τη «φύση» την απεικονίζει ως πόρο και ως αντικείμενο ομορφιάς για ενατένιση και μελέτη. Η «Άγρια φύση» είναι ένα μέρος, που μπορούμε να αποτραβηχτούμε για ένα σύντομο διάστημα, αν αυτό έχει διαμορφωθεί κατάλληλα, για να ξεφύγουμε από την πλήξη της καθημερινότητας, να χαλαρώσουμε και να διαλογιστούμε ή για να ζήσουμε την έξαψη και την περιπέτεια. Και, βέβαια, η «φύση» παραμένει η «μητέρα», που καλύπτει τις ανάγκες μας, ο πόρος από τον οποίο δημιουργείται ο πολιτισμός.

Στην εμπορευματική κουλτούρα, η «φύση» γιατρεύει την επιθυμία για άγρια περιπέτεια, για ελεύθερη ζωή χωρίς εξημέρωση, με το να μας πουλάει την εικόνα της. Η υποσυνείδητη αντίληψη της «κακιάς αγριάδας» προσδίδει στην περιπλάνηση στα δάση μια δόση κινδύνου, που ικανοποιεί τους περιπετειώδεις και ανήσυχους τύπους. Επίσης, ενισχύει την ιδέα πως δεν ανήκουμε εκεί στην πραγματικότητα και επομένως, μας πουλάει τα πολλά σχετικά προϊόντα που κρίνονται απαραίτητα για τις εκδρομές σε άγρια μέρη. Η θετική αντίληψη περί φύσης μας κάνει να πιστεύουμε πως πρέπει να βιώσουμε την εμπειρία στα άγρια μέρη (μη συνειδητοποιώντας πως οι αντιλήψεις, που μας έχουν ταίσει, διαμορφώνουν αυτήν την εμπειρία, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με το πραγματικό περιβάλλον). Έτσι, ο πολιτισμός γιατρεύει επιτυχώς και τις περιοχές, που φαινομενικά δεν έχει αγγίξει άμεσα, μεταμορφώνοντάς τες σε «φύση», σε «αγριάδα», σε πτυχές του θεάματος, που μας κρατάει εξημερωμένους. Η «Φύση» εξημερώνει επειδή μετατρέπει την αγριότητα σε μια μονολιθική έννοια, μια τεράστια περιοχή διαχωρισμένη από τον πολιτισμό. Εκφράσεις της αγριότητας, μέσα στον πολιτισμό, αποκαλούνται ανωριμότητα, τρέλα, παραβατική συμπεριφορά, ανηθικότητα ή έγκλημα και απορρίπτονται, φυλακίζονται, λογοκρίνονται ή τιμωρούνται, διατηρώντας ταυτόχρονα το γενικό πλαίσιο πως ό,τι είναι «φυσικό» είναι καλό. Όταν η «αγριότητα» γίνεται ένα μέρος έξω από εμάς αντί μιας έκφρασης του ατομικού μας ελεύθερου πνεύματος, τότε μπορούν και υπάρχουν ειδικοί στην «αγριότητα», που μας μαθαίνουν τους «σωστούς» τρόπους να «συνδεόμαστε» μαζί της. Στη δυτική ακτή, υπάρχουν όλων των ειδών οι πνευματικοί δάσκαλοι, που βγάζουν τα προς το ζην, πουλώντας «αγριότητα» σε γιάπηδες, με έναν τρόπο, που καθόλου δεν απειλεί τα όνειρα καριέρας, τις πόρσε και τα διαμερίσματά τους στην πόλη. Η «Αγριότητα» είναι μια πολύ επικερδής βιομηχανία, σήμερα.

Οι οικολόγοι, ακόμα και οι «ριζοσπάστες», πέφτουν κατευθείαν στην παγίδα. Αντί να προσπαθούν να αγριέψουν και να καταστρέψουν τον πολιτισμό με την ενέργεια των αδέσμευτων επιθυμιών, προσπαθούν να «σώσουν την άγρια φύση». Πρακτικά, αυτό σημαίνει το να ζητιανεύουν ή να προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις αρχές, ώστε αυτές να σταματήσουν τις πιο επιβλαβείς δραστηριότητες κάποιων βιομηχανιών και να μετατρέψουν μικρά κομμάτια σχετικά ακέραια δάση, ερήμους και βουνά σε προστατευόμενες «Περιοχές Άγριας Φύσης». Αυτή η πρακτική, απλά, ενισχύει την αντίληψη περί αγριότητας ως μια μονολιθική οντότητα, «αγριάδα» ή «φύση», και εμπορευματοποίηση, που είναι εγγενής σε αυτήν την οπτική. Η ίδια η βάση των προστατευόμενων «Περιοχών Άγριας Φύσης» είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «αγριότητας» και «ανθρωπότητας». Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως μια από τις τάσεις της «ριζοσπαστικής» οικολογικής ιδεολογίας δημιούργησε τη σύγκρουση μεταξύ «βιοκεντρισμού» και «ανθρωποκεντρισμού», ενώ δε θα έπρεπε να είμαστε τίποτα άλλο από εγωκεντρικοί.

Ακόμα κι εκείνοι οι «ριζοσπάστες» οικολόγοι, που θέλουν να επανεντάξουν τον άνθρωπο στη «φύση», ξεγελούν τον εαυτό τους. Το όραμα τους (όπως το θέτει ένας από αυτούς) για ένα «άγριο, συμβιωτικό σύνολο» είναι, απλά, η μονολιθική αντίληψη, που δημιούργησε ο πολιτισμός, ειπωμένη με ένα μυστικιστικό τρόπο. Για αυτούς τους οικολόγους μυστικιστές, η «Άγρια Φύση» συνεχίζει να είναι μια μονολιθική οντότητα, ένα ον ανώτερο από μας, στο οποίο πρέπει να υποτασσόμαστε. Όμως, η υποταγή είναι εξημέρωση. Η υποτακτικότητα είναι το καύσιμο του πολιτισμού. Το όνομα της ιδεολογίας, που επιβάλλει την υποταγή, έχει μικρή σημασία, είτε λέγεται «φυσική», είτε λέγεται «άγριο συμβιωτικό σύνολο». Το αποτέλεσμα θα είναι και πάλι η συνέχιση της εξημέρωσης.

Όταν η αγριότητα γίνεται αντιληπτή ως κάτι, που δεν έχει να κάνει καθόλου με μια μονολιθική οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της «φύσης» και της «αγριάδας», όταν γίνεται αντιληπτή ως η πιθανή ελευθερία πνεύματος των ατομικοτήτων, που μπορεί να πάρει σάρκα και οστά οποιαδήποτε στιγμή, μόνο τότε αποτελεί απειλή για τον πολιτισμό. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να περάσει αρκετά χρόνια στην «άγρια φύση», αλλά θα συνεχίζαμε να βλέπουμε το περιβάλλον μας από τον παραμορφωτικό φακό του πολιτισμού, αν συνεχίζαμε να αντιλαμβανόμαστε τα εκατομμύρια πλάσματα μονολιθικά ως «φύση», ως «αγριάδα», ως το «άγριο, συμβιωτικό σύνολο», θα είμαστε ακόμα πολιτισμένοι και όχι άγριοι. Αλλά, αν καταμεσής της πόλης αρνούμαστε δραστήρια κάθε στιγμή την εξημέρωση, αν αρνούμαστε την κυριαρχία των κοινωνικών ρόλων, που μας φοριούνται με τη βία, αντί να ζούμε σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, πάθη και βίτσια, αν γίνουμε τα μοναδικά και απρόβλεπτα όντα, που βρίσκονται κάτω από τους ρόλους, είμαστε, για εκείνες τις στιγμές, άγριοι. Παίζοντας άγρια ανάμεσα στα συντρίμμια ενός παρηκμασμένου πολιτισμού (όμως, μην ξεγελιέστε, ακόμα και παρηκμασμένος, ο πολιτισμός είναι ένας επικίνδυνος εχθρός και ικανός να αντέξει για πολύ καιρό), μπορούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να τον ανατρέψουμε. Και οι εξεγερμένοι με το ελεύθερο πνεύμα θα απορρίψουν τον «επιβιωτισμό» της οικολογίας ωςμια ακόμα προσπάθεια του πολιτισμού να καταστείλει την ελεύθερη ζωή και θα παλέψουν για να ζήσουν τον χαοτικό, συνεχώςεναλλασσόμενο χορό των ελεύθερα συσχετιζόμενων, μοναδικών ατομικοτήτων, ενάντια τόσο στον πολιτισμό, όσο στην προσπάθειά του να περιορίζει την άγρια, με ελεύθερο πνεύμα ζωή: «Φύση».

Wolfi Landstreicher

Υποσημειώσεις:

1. Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η λέξη wilderness. Κατά τη διάρκεια του κειμένου, μεταφράζεται με διαφορετικούς, αλλά παρόμοιους τρόπους , ανάλογα με τι ταιριάζει σε κάθε σημείο.

2. Πρόκειται για παλαιότερο κείμενο του Wolfi Landstreicher (Feral Faun), το οποίο εμείς αλιεύσαμε από το πρώτο τεύχος του αγγλικού εξεγερσιακού περιοδικού Return

Αναδημοσίευση από εκδοτικό/μεταφραστικό εγχείρημα Έρεβος –
https://erevos.squat.gr/2013/09/11/h-fysh-ws-theama/

“Μια κριτικη, οχι ενα προγραμμα”, Vagabond Theorist

Οπότε, ο αναρχικός ατομικιστής, έτσι όπως τον εννοώ εγώ, δεν έχει τίποτα να περιμένει {…} Θεωρώ ήδη τον εαυτό μου αναρχικό και δε θα μπορούσα να περιμένω τη συλλογική επανάσταση για να εξερθώ ή τον κομμουνισμό για να αποκτήσω την ελευθερία μου.

Renzo Novatore

Αντιλαμβάνομαι τον αναρχισμό από την πλευρά της καταστροφής. Από αυτό αποτελείται η αριστοκρατική λογική του. Η καταστροφή! Αυτή είναι η αληθινή ομορφιά του αναρχισμού. Θέλω να καταστρέψω όλα εκείνα που με υποδουλώνουν, με αποχαυνώνουν και καταπιέζουν τις επιθυμίες μου, θέλω να αφήσω τα πτώματά τους πίσω μου. Αναστολές, ενδοιασμοί, συνείδηση είναι πράγματα που κατέστρεψε το εικονοκλαστικό μου πνεύμα {…} Ναι, η εικονοκλαστική άρνηση είναι ό,τι πιο πρακτικό.

Armando Diluvi

Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς πρωτογονιστικό στην κριτική στον πολιτισμό, ιδιαίτερα όταν αυτή η κριτική είναι αναρχική και επαναστατική. Τέτοιες κριτικές υπήρχαν σχεδόν από τότε που υπήρχε αναρχικό κίνημα με επίγνωση του εαυτού του και ακόμα και χωρίς καν να συνδέεται με την κριτική στην τεχνολογία ή την πρόοδο (ο Dejacque θεωρούσε πως συγκεκριμένα τεχνολογικά επιτεύγματα θα επέτρεπαν στους ανθρώπους να ξεπεράσουν ευκολότερα τον πολιτισμό και από την άλλη πλευρά, ο Enrico Arrigoni, ψευδώνυμο Frank Brand, θεωρούσε τον πολιτισμό και τη βιομηχανική τεχνολογία εμπόδια στην αληθινή πρόοδο του ανθρώπου). Το αληθινό ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, είναι εάν ο πρωτογονισμός βοηθάει καθόλου στην κατεύθυνση μιας αναρχικής και επαναστατικής κριτικής του πολιτισμού.

Η λέξη πρωτογονισμός μπορεί να σημαίνει δύο μάλλον διαφορετικά πράγματα. Πρώτον, μπορεί απλά να σημαίνει το να κάνουμε χρήση των πραγμάτων, που ξέρουμε για τις «πρωτόγονες» κοινωνίες(1), για να ασκήσουμε κριτική στον πολιτισμό. Αυτή η μορφή πρωτογονισμού φαίνεται μάλλον ακίνδυνη. Είναι, όμως; Αφήνοντας κατά μέρους την εξάρτηση στους ειδικούς, που ονομάζονται ανθρωπολόγοι, για τις πληροφορίες για τις «πρωτόγονες» κοινωνίες, υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα εδώ. Οι πραγματικές κοινωνίες, που αποκαλούμε «πρωτόγονες», ήταν και είναι, όπου υπάρχουν ακόμα, αληθινές σχέσεις μεταξύ πραγματικών, ζωντανών ανθρώπων, ατόμων που αναπτύσσουν μια αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους. Το να τους αντιλαμβάνεται κάποιος ως μοντέλο σύγκρισης, ήδη ενέχει την πραγμοποίηση αυτών των πραγματικών σχέσεων, μετατρέποντάς τες σε κάτι αφηρημένο -το «πρωτόγονο»-, μια εξιδανικευμένη εικόνα της «πρωτογονικότητας». Επομένως, η χρήση αυτής της μεθόδου κριτικής του πολιτισμού αφαιρεί τα ανθρώπινα και ατομικά χαρακτηριστικά των αληθινών ανθρώπων, που ζουν και έζησαν αυτές τις σχέσεις. Επιπροσθέτως, αυτό το είδος κριτικής δε μας προσφέρει κανένα πραγματικό εργαλείο κατανόησης του πώς να πολεμήσουμε τον πολιτισμό εδώ και τώρα. Στην καλύτερη περίπτωση, η πραγμοποιημένη, αφηρημένη έννοια του «πρωτόγονου» γίνεται ένα μοντέλο, ένα πρόγραμμα μιας πιθανής μελλοντικής κοινωνίας.

Αυτό με φέρνει στη δεύτερη σημασία του πρωτογονισμού -την ιδέα πως οι «πρωτόγονες» κοινωνίες προσφέρουν ένα μοντέλο για τη μελλοντική κοινωνία. Αυτοί, που υιοθετούν αυτή τη μορφή πρωτογονισμού, μπορούν δικαίως να αυτοαποκαλούνται πρωτογονιστές, επειδή όσο και να το αρνούνται, προωθούν ένα πρόγραμμα και μια ιδεολογία. Σε αυτήν του μορφή, θεωρώ πως ο πρωτογονισμός έρχεται σε σύγκρουση με την αναρχική σκέψη και δράση. Ο λόγος μπορεί να βρεθεί στην παραπάνω φράση του Νοβατόρε. Απλά, αντικαταστήστε τον «κομμουνισμό» με τον «πρωτογονισμό» και τη «συλλογική επανάσταση» με τη «βιομηχανική κατάρρευση» και όλα είναι ξεκάθαρα. Κατά τη γνώμη μου, μια από τις μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ του μαρξισμού και του αναρχισμού είναι πως ο τελευταίος δεν είναι απαραίτητα μια εσχατολογική εικόνα του μέλλοντος, το οποίο περιμένουμε, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο εδώ και τώρα. Επομένως, η επανάσταση για τους αναρχικούς δεν είναι κάποιες ιστορικές διαδικασίες, που εγγυώνται το μέλλον, αλλά κάτι που βιώνεται και δημιουργείται εδώ και τώρα. Ο πρωτογονισμός δε είναι πιο βιώσιμος στο τώρα από τον κομμουνισμό των μαρξιστών. Είναι και αυτός ένα πρόγραμμα για το μέλλον και βασίζεται σε απρόοπτα ενδεχόμενα, που είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Επομένως, δεν έχει να κάνει με την αναρχική πρακτική, περισσότερο από ότι έχει να κάνει με αυτήν η εσχατολογία του Μαρξ.

Έχω ήδη καταδείξει το πώς ή ίδια η αντίληψη περί «πρωτόγονων» πραγμοποιεί τις πραγματικές ζωές και σχέσεις εκείνων που τους δίνεται αυτή η ταμπέλα. Αυτό εμφανίζεται μεταξύ εκείνων των πρωτογονιστών, που προσπαθούν να πραγματοποιήσουν τις ιδέες τους στο τώρα, με τον τρόπο που καταλήγει να ορίζεται αυτή η πρακτική. Με έναν τρόπο, που θυμίζει υπερβολικά μαρξισμό, η «πρωτόγονη» ζωή μειώνεται σε μια οικονομική αναγκαιότητα, μια σειρά ικανοτήτων -το άναμμα φωτιάς με τρυπάνι, το κυνήγι χρησιμοπιώντας ένα atlatl, το να μαθαίνουν τα βρώσιμα και ιαματικά φυτά, η κατασκευή τόξου, η κατασκευή απλών καταφυγίων κλπ.-, που μαθαίνονται με σκοπό την επιβίωση. Αυτά συμπληρώνονται με λίγη φυσική πνευματικότητα, βγαλμένη από κάποιο βιβλίο ή δανεισμένη από τις new age μαλακίες, ίσως με κάποια αναφορά στην επιστροφή στη «φυσική ενότητα». Αλλά, αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητο. Η ολότητα της ζωής των ανθρώπων, που αποκαλούνται πρωτόγονοι, αγνοείται, επειδή είναι στο μεγάλο της μέρος άγνωστη και τελείως απρόσιτη σε εκείνους, που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει εντός του βιομηχανικού καπιταλιστικού πολιτισμού, που πλέον κυριαρχεί στον κόσμο -εδώ συμπεριλαμβανόμαστε και όλοι εμείς, που εμπλεκόμαστε στην ανάπτυξη μιας αναρχικής κριτικής του πολιτισμού. Αλλά, ακόμα και στο επίπεδο των απλών ικανοτήτων επιβίωσης, ότι ακόμα και στις ΗΠΑ και στον Καναδά, όπου υπάρχουν αληθινές, αρκετά μεγάλες (αν και αρκετά κατεστραμμένες) άγριες εκτάσεις, πολύ λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους με αυτόν τον τρόπο.

Έτσι, εκείνοι που μαθαίνουν αυτές τις ικανότητες, με σκοπό να ζήσουν σαν «πρωτόγονοι» κατά τη διάρκεια της δικιάς τους ζωής, δε σκέφτονται την καταστροφή του πολιτισμού (εκτός ίσως σαν μια αναπόφευκτη κατάσταση, για την οποία είναι προετοιμασμένοι), αλλά πως θα ξεφύγουν από αυτόν. Δεν τους το καταλογίζω αυτό, αλλά δεν έχει να κάνει καθόλου με την αναρχία ή με μια κριτική του πολιτισμού. Σε ένα πρακτικό επίπεδο, είναι πιο πολύ σαν ένα πιο εξελιγμένο «παίζουμε τους ινδιάνους», όπως οι περισσότεροι κάναμε σαν παιδιά εδώ στις ΗΠΑ, και στην πραγματικότητα, παίρνεται τόσο σοβαρά. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζω, οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με την ανάπτυξη «πρωτόγονων» ικανοτήτων στο όνομα του «αναρχοπρωτογονισμού», δείχνουν το πόσο έτοιμοι είναι για αυτήν τη ζωή με το χρόνο που περνάνε μπροστά από τον υπολογιστή, στήνοντας ιστοσελίδες, λαμβάνοντας μέρος σε ιντερνετικές συζητήσεις, στήνοντας logs κλπ. Συχνά, μου φαίνονται περισσότερο σαν υπερπολιτισμένα παιδιά, που παίζουν παιχνίδια ρόλων στα δάση, παρά αναρχικοί στη διαδικασία απόρριψης του πολιτισμού.

Μια αναρχική και επαναστατική κριτική του πολιτισμού δεν ξεκινάει με καμιά σύγκριση με παλαιότερες κοινωνίες ή με μελλοντικά ιδανικά. Ξεκινάει με τη σύγκρουσή μου, τη σύγκρουσή σας, με την άμεση πραγματικότητα του πολιτισμού μέσα στις ζωές μας, εδώ και τώρα. Είναι η συνειδητοποίηση πως το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, που αποκαλούμε πολιτισμό, μπορεί να υπάρξει μόνο κλέβοντας τις ζωές μας και σπάζοντάς τες σε κομματάκια, που χρησιμοποιεί η άρχουσα τάξη για την αναπαραγωγή της. Αυτή δεν είναι μια διαδικασία που συνέβη στο παρελθόν μια και καλή, αλλά που διαιωνίζεται κάθε στιγμή. Εδώ είναι που μπαίνει η αναρχική αντίληψη της ζωής. Κάθε στιγμή, πρέπει να προσπαθούμε να καθορίσουμε το πώς θα πάρουμε πίσω την ολότητα της ζωής μας, για να τη χρησιμοποιήσουμε ενάντια στην ολότητα του πολιτισμού. Επομένως, όπως λέει και ο Armando Diluvi, ο αναρχισμός μας είναι στην ουσία του καταστροφικός. Και ως τέτοιος, δεν έχει ανάγκη από μοντέλα και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του πρωτογονισμού. Όπως είπε και ένας παλιός νεκρός, μουσάτος κλασικός του αναρχισμού «Το πάθος για καταστροφή είναι δημιουργικό πάθος». Και είναι κάτι, που μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα. (Ένας άλλος αντιεξουσιαστής επαναστάτης, μια-δυο γενιές αργότερα, αποκάλεσε την παθιασμένη καταστροφή «ένα σίγουρο τρόπο να αντλήσεις χαρά, άμεσα»).*

Έχοντας πει τα παραπάνω, δεν είμαι ενάντια στο να φαντάζεται κανείς, με μια διάθεση παιχνιδιού, κόσμους που θα έχουν απαλλαγεί από τον πολιτισμό. Αλλά, για να ενέχουν αυτές οι φαντασίες πραγματικά το στοιχείο του παιχνιδιού και τη δυνατότητα πειραματισμού, δε μπορούν να είναι μοντέλα, που προέρχονται από αφηρημένες αντιλήψεις είτε παλιών είτε μελλοντικών κοινωνιών. Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν καλύτερα να αφήσουμε την ίδια την αντίληψη περί «κοινωνίας» πίσω μας και να σκεφτόμαστε σχέσεις, που διαπλέκονται και αλλάζουν διαρκώς μεταξύ μοναδικών και επιθυμητικών ατομικοτήτων. Μπορούμε να παίζουμε και να πειραματιστούμε μόνο τώρα, που η επιθυμία μας για το προφανές «αδύνατο» συναντά την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αν ο πολιτισμός ήταν να εξαρθρωθεί όσο ζούμε, δε θα βρισκόμασταν σε έναν κόσμο με πλούσια δάση και πεδιάδες και υγιείς ερήμους, που θα έσφιζαν από άγρια ζωή. Αντίθετα, θα βρισκόμασταν σε έναν κόσμο γεμάτο με τα απομεινάρια του πολιτισμού –εγκαταλελειμμένα κτίρια, εργαλεία, μεταλλικά σκουπίδια κλπ.(2) Εκείνοι, των οποίων η φαντασία δε μένει αλυσοδεμένη στο ρεαλισμό ή σε μια πρωτογονιστική ηθική ιδεολογία, μπορούν να βρουν πολλούς τρόπους για να εξερευνήσουν, να παίξουν και να χρησιμοποιήσουν όλα αυτά -οι πιθανότητες είναι άπειρες. Αλλά, το πιο σημαντικό είναι πως αυτό είναι μία άμεση πιθανότητα και μία, που μπορεί να συνδεθεί ρητά με την καταστροφική επίθεση στον πολιτισμό. Και αυτή η αμεσότητα είναι εξόχως ουσιαστική, γιατί εγώ ζω τώρα, εσείς ζείτε τώρα, όχι σε μερικές εκατοντάδες χρόνια, όπου ένα επιβεβλημένο πρόγραμμα, που θα είχε στόχο το πρωτογονικό ιδανικό, ίσως κατάφερνε να δημιουργήσει έναν κόσμο, όπου αυτό το ιδανικό θα μπορούσε να γίνει παγκόσμιο βίωμα -αν οι πρωτογονιστές κάνουν την επανάστασή τους τώρα και εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους. Ευτυχώς, κανένας από τους πρωτογονιστές δε φαίνεται να στοχεύει σε τέτοια εξουσιαστικά επαναστατικά μέτρα, προτιμώντας να βασίζονται σε μια μυστικιστική μεταμόρφωση για να πραγματοποιηθεί το όνειρό τους (ίσως όπως το όραμα του φαντάσματος, που χορεύει στη θρησκεία των Ινδιάνων, σύμφωνα με το οποίο το τοπίο που κατασκεύασαν οι Ευρωπαίοι εισβολείς υποτίθεται θα ξεφλουδίσει, αφήνωντας πίσω του ένα παρθένο, άγριο τοπίο γεμάτο άφθονη ζωή).

Για αυτόν το λόγο, ίσως είναι λίγο άδικο να αποκαλείται το πρωτογονιστικό όραμα ένα πρόγραμμα (παρόλο που δε δίνω δεκάρα αν είμαι άδικος, καθώς δε με ενδιαφέρουν οι αστικές αξίες…). Ίσως, είναι περισσότερο κάτι σαν λαχτάρα. Όταν αναφέρω αυτά τα ερωτήματα σε πρωτογονιστές που γνωρίζω, μου λένε συχνά πως το πρωτογονιστικό όραμα αντανακλά τις «επιθυμίες» τους. Λοιπόν, αντιλαμβάνομαι διαφορετικά την επιθυμία από αυτούς. «Επιθυμίες», που έχουν τη βάση τους σε αφηρημένες και πραγμοποιημένες παραστάσεις -στην περίπτωση αυτή η παράσταση του «πρωτόγονου»-, είναι εκείνα τα φαντάσματα επιθυμιών(3), που καθοδηγούν την κατανάλωση εμπορευμάτων. Αυτό φαίνεται ρητά σε κάποιους πρωτογονιστές, όχι μόνο στην κατανάλωση βιβλίων θεωρητικών του πρωτογονισμού, αλλά και από τα λεφτά και/ή τις εργατοώρες που ξοδεύουν, για να αγοράσουν τις αποκαλούμενες «πρωτόγονες» ικανότητες από σχολεία που ειδικεύονται σε αυτό(4). Αλλά, αυτό το φάντασμα της επιθυμίας, αυτή η λαχτάρα για μια παράσταση, που δεν έχει καμία σύνδεση με την πραγματικότητα, δεν είναι μια πραγματική επιθυμία, γιατί το αντικείμενο μιας πραγματικής επιθυμίας δεν είναι μια αφηρημένη εικόνα, στην οποία κάποιος γαντζώνεται -μια εικόνα που μπορεί να την αγοράσει κανείς. Ανακαλύπτεται μέσα από τη δραστηριότητα και τις σχέσεις μέσα στον κόσμο, εδώ και τώρα.

Η επιθυμία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, είναι κίνητρο για να δράσεις, να σχηματίσεις σχέσεις, να δημιουργήσεις. Υπό αυτήν την έννοια, το αντικείμενό της λαμβάνει υπόσταση μόνο στην ικανοποίηση της επιθυμίας, στο βίωμά της. Εδώ, και πάλι, καταδεικνύεται η αναγκαιότητα της αμεσότητας. Και είναι μόνο υπό αυτήν την έννοια, που η επιθυμία γίνεται εχθρός του πολιτισμού, στον οποίο ζούμε, του οποίου η υπαρξη βασίζεται στην προσπάθεια να αντικειμενοποιήσει όλες τις σχέσεις και τις δραστηριότητες, να τις μετατρέψει σε πράγματα, που βρίσκονται πάνω από εμάς και μας καθορίζουν, να τους βάλει ταμπέλες, να τις θεσμοθετήσει και να τις εμπορευματοποιήσει. Επομένως, η επιθυμία είναι μάλλον ένα κίνητρο, παρά μια λαχτάρα και δρα άμεσα, επιτιθέμενη σε οτιδήποτε την εμποδίζει να προχωρήσει μπροστά με δύναμη. Ανακαλύπτει τα αντικέιμενά της στον κόσμο γύρω της, όχι σαν κάτι αφηρημένο, αλλά σαν πραγματικές σχέσεις. Γι’ αυτό, πρέπει να επιτεθεί στις θεσμοθετημένες σχέσεις, που παγώνουν τη δραστηριότητα με τη μορφή της ρουτίνας, του πρωτοκόλλου, της παράδοσης, της συνήθειας -σε πράγματα, που πρέπει να γίνουν στη σειρά. Σκεφτείτε το αυτό σε συνάρτηση με τις καταλήψεις, την απαλλοτρίωση, τη χρήση του χρόνου εργασίας κάποιου για τον εαυτό του, το γράψιμο με σπρέι κλπ και πώς αυτά συσχετίζονται ρητά με την καταστροφική δραστηριότητα.

Τελικά, αν φανταζόμαστε την εξάρθρωση του πολιτισμού, τη δραστήρια και συνειδητή καταστροφή του, όχι για να εφαρμόσουμε κάποιο πρόγραμμα ή για να βιώσουμε ένα συγκεκριμένο όραμα, αλλά για να ανοίξουμε και να επεκτείνουμε δίχως τέλος τις πιθανότητες για να πραγματώσουμε τους εαυτούς μας και να εξερευνήσουμε τις δυνατότητές μας και τις επιθυμίες μας, τότε μπορούμε να ξεκινήσουμε να το κάνουμε με τον τρόπο που ζούμε εδώ και τώρα, ενάντια στο υπάρχον. Αν, αντί να ελπίζουμε για έναν παράδεισο, αδράξουμε τη ζωή, τη χαρά και το θαυμάσιο τώρα, θα ζήσουμε μια πραγματικά αναρχική κριτική του πολιτισμού, που δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα του «πρωτόγονου», αλλά με την άμεση ανάγκη μας να μην είμαστε πλέον εξημερωμένοι, την ανάγκη μας να είμαστε μοναδικοί και όχι δαμασμένες, ελεγχόμενες και καθορισμένες ταυτότητες. Έτσι, θα βρούμε τρόπους να αδράξουμε όλα αυτά, που μπορούμε να κάνουμε δικά μας και να καταστρέψουμε όλα αυτά, που που έχουν σκοπό να μας κατακτήσουν.

Σημειώσεις:

1. Η χρήση του όρου «πρωτόγονες» -που σημαίνει «πρώτες» ή «πρώιμες»- για κοινωνίες, οι οποίες έχουν υπάρξει στο σήμερα χωρίς να αναπτύξουν πολιτισμό, ενέχει κάποιες αμφισβητίσημες υποθέσεις. Πώς γίνεται κοινωνίες, που υπάρχουν τώρα, να είναι «πρώτες» ή «πρώιμες»; Εμφανίστηκαν μόλις τώρα; Σε έναν κόσμο, που βρίσκεται μονίμως σε κίνηση, έχουν παραμείνει με κάποιον τρόπο στατικές και απαράλλαχτες; Μπορεί η ανθρώπινη ανάπτυξη να συμβεί μόνο με έναν τρόπο -όπως η ανάπτυξη πολιτισμού; Και ποια από αυτές τις κοινωνίες είναι η πραγματική «πρωτόγονη»; Σίγουρα, δεν είναι όλες ίδιες ή δεν είναι καν όμοιες. Η ομογενοποίηση είναι χαρακτηριστικό του πολιτισμού, όχι άλλων κοινωνικών πραγματικοτήτων. Έτσι, το να τις βάζουμε όλες κάτω από την ίδια ταμπέλα είναι γελοίο… Έτσι, επλέγω να βάλω τη λέξη «πρωτόγονες» σε εισαγωγικά.

2. Εδώ εννοώ συγκεκριμένα μια συνειδητή, επαναστατική, αναρχική εξάρθρωση του πολιτισμού και όχι για την κατάρρευσή του. Η κατάρρευση δε θα ήταν ένα άμεσο γεγονός, που θα συνέβαινε μια και καλή. Στη διαδικασία της κατάρρευσης, δε θα αντιμετωπίζαμε μόνο τα απομεινάρια του πολιτισμού. Θα αντιμετωπίζαμε και τα ανθρώπινα σκουπίδια του, που θα ζούσαν ακόμα, με τη μορφή των πολιτικών, που θα είχαν μετατραπεί σε πολέμαρχοι για να διατηρήσουν την εξουσία τους, έχοντας στην κατοχή τους πολύ επικίνδυνα όπλα -τα αποκαλούμενα «όπλα μαζικής καταστροφής»-, τα οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα χρησιμοποιούσαν με αγριότητα. Τα επακόλουθα της κατάρρευσης θα είναι πιο καταστροφικά από οτιδήποτε έχουμε δει ως τώρα.

3. Ο ποιητής William Blake μιλάει για αυτές στο έργο Ο γάμος του Παραδείσου και της Κόλασης.

4. Αυτά τα πανάκριβα σχολεία επιτρέπουν σε αυτούς, που δεν έχουν τα απαραίτητα χρήματα, να παρακολουθούν με αντάλλαγμα απλήρωτη εργασία, μια μορφή εκμετάλλευσης, που κατ’ ευφημισμόν, ονομάζεται ανταλλαγή εργασίας, ένας όρος που εφευρέθηκε από την αριστερή πτέρυγα του new age -και έτσι, αναπόφευκτα, ένα κάρο μαλακίες σχεδιασμένες για να συγκαλύψουν αυτήν την εκμεταλλευτική σχέση.

* {ΣτΜ} Η πρώτη αναφορά εννοεί το Ρώσο αναρχικό Μιχαήλ Μπακούνιν και η δεύτερη το Γάλλο αναρχοατομικιστή Zo d’Axa.

“Η Εξεγερση των Βαρβαρων”, Vagabond Theorist

 

Μία μη πριμιτιβιστική εξέγερση ενάντια στον πολιτισμό

Αν εξετάσουμε ένα μεγάλο κομμάτι της τρέχουσας συζήτησης στους αναρχικούς κύκλους γύρω από τον πολιτισμό, την τεχνολογία, την πρόοδο, την “πράσινη” αναρχία εναντίον της “κόκκινης” αναρχίας κλπ., μένουμε με την εντύπωση πως η κριτική στον πολιτισμό ανέκυψε μόλις πρόσφατα εντός της αναρχικής και επαναστατικής σκέψης. Όμως αυτή η εντύπωση είναι λανθασμένη και επιζήμια για εμάς που έχουμε μια επαναστατική αντιπολιτισμική θεώρηση.

Στην πραγματικότητα, η επαναστατική αμφισβήτηση του πολιτισμού, της τεχνολογίας και της προόδου μπορεί να εντοπιστεί σε όλη την ιστορία της σύγχρονης επαναστατικής σκέψης. Ο Κάρολος Φουριέ πρόταξε την σοσιαλιστική ουτοπική “Αρμονία” του, ενάντια στη δυσαρμονία του “Πολιτισμού”. Ένας αριθμός από τους πιο ριζοσπάστες Ρομαντικούς (Μπλέικ, Μπάιρον, Σέλλευ μεταξύ άλλων) ήταν διακριτά δύσπιστοι προς τη βιομηχανοποίηση και την ωφελιμιστική λογική.

Μπορούμε όμως να φέρουμε τα πράγματα πιο κοντά σε μας, μελετώντας τους αναρχικούς του 19ου αιώνα. Σίγουρα ο Μπακούνιν δεν είχε πρόβλημα με την βιομηχανική τεχνολογία. Παρ’ όλο που δε συμμεριζόταν τη, σχεδόν μυθική, πίστη του Μαρξ στη δυνατότητα της βιομηχανικής ανάπτυξης να δημιουργήσει την τεχνική βάση για τον παγκόσμιο κομμουνισμό, ούτε αυτός έβλεπε κάτι εγγενώς εξουσιαστικό στη δομή των βιομηχανικών συστημάτων. Στην πραγματικότητα η σύλληψη του σύμφωνα με την οποία οι εργάτες θα έπαιρναν στα χέρια τους την οργάνωση της κοινωνίας μέσω των δικό τους οικονομικών και βιομηχανικών οργανώσεων, έμελλε τελικά να γίνει η βάση του αναρχοσυνδικαλισμού. (Αυτή η εξέλιξη, όμως, βασίστηκε σε μία παρεξήγηση αφού ο Μπακούνιν δήλωσε καθαρά πως μια τέτοια οργάνωση δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε μια ιδεολογική βάση έξω από τον άμεσο αγώνα των εργατών, αλλά είναι μάλλον κάτι που οι εργάτες θα ανέπτυσσαν για τους εαυτούς τους, στην πορεία των αγώνων τους. Για αυτό το λόγο δεν πρότεινε κάποια συγκεκριμένη μορφή για αυτήν.) Παρ’ όλα αυτά, οι εκκλήσεις του Μπακούνιν στην “απελευθέρωση των μοχθηρών παθών” των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευομένων φάνηκαν σε πολλούς από τους πιο λογικούς επαναστάτες της εποχής σαν ένα βάρβαρο κάλεσμα για την καταστροφή του πολιτισμού. Και ο ίδιος ο Μπακούνιν όντως μίλησε για “την απόλυτη καταστροφή του αστικού πολιτισμού” μαζί με “την καταστροφή όλων των Κρατών” και “την ελεύθερη και αυθόρμητη οργάνωση από τα κάτω προς τα πάνω μέσω των ελεύθερων ενώσεων.”

Όμως ο Γάλλος Ερνέστ Καρντερουά, σύγχρονος του Μπακούνιν, έθετε λιγότερους όρους για την απόρριψη του πολιτισμού. Λέει απλά: ” Μέσα στον πολιτισμό, φυτοζωώ• δεν είμαι ούτε ευτυχισμένος, ούτε ελεύθερος• γιατί λοιπόν θα πρέπει να επιθυμώ τη διατήρηση αυτής της αυτοκτονικής τάξης; Δεν υπάρχει πια τίποτα να διατηρηθεί από αυτό, από το οποίο υποφέρει η γη.” Έτσι εκείνος, μαζί με το Ντεζάκ και άλλους επαναστάτες της εποχής, κάνει έκκληση στο πνεύμα της βαρβαρότητας να δώσει ένα τέλος στον πολιτισμό της κυριαρχίας.
Βέβαια, η πλειοψηφία των αναρχικών της εποχής, όπως και σήμερα, δεν αμφισβητούσε τον πολιτισμό, την τεχνολογία ή την πρόοδο. Το όραμα του Κροπότκιν για κομμουνιστικοποιημένα ” Εργοστάσια, Χωράφια και Εργαστήρια” ή ” Ο Πραγματικός Πολιτισμός” του Ιωσία Γουόρεν αναπόφευκτα έχουν μεγαλύτερη απήχηση σε αυτούς που δεν είναι προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν το άγνωστο των αναρχικών κριτικών της βιομηχανοποίησης και του πολιτισμού που συχνά δε προσφέρουν μια καθαρή εικόνα του κόσμου μετά την επαναστατική καταστροφή του πολιτισμού που μισούν.

Οι αρχές του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα το μεγάλο σφαγείο, γνωστό ως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε μια μεγάλη ανατροπή αξιών. Η πίστη στο αστικό ιδανικό της προόδου διαβρώθηκε πέρα ως πέρα και η αμφισβήτηση του πολιτισμού αυτού καθαυτού ήταν ένα σημαντικό κομμάτι μια σειράς ριζοσπαστικών κινημάτων όπως ο ντανταϊσμός, ο ρώσικος αναρχο-φουτουρισμός και ο πρώιμος σουρεαλισμός. Αν οι περισσότεροι από τους πιο γνωστούς αναρχικούς (Μαλατέστα, Έμμα Γκόλντμαν, Μάχνο κλπ.) συνέχιζαν να βλέπουν την πιθανότητα ενός απελευθερωμένου βιομηχανικού πολιτισμού, άλλοι λιγότερο γνωστοί αναρχικοί είχαν μία άλλη οπτική. Έτσι, περίπου το 1919, γράφει ο Bruno Filippi:
Ζηλεύω τους άγριους. Και θα τους φωνάξω με δυνατή φωνή: “Σώστε τους εαυτούς σας, έρχεται ο πολιτισμός.”
Μα φυσικά: ο αγαπητός πολιτισμός μας, για τον οποίον είμαστε τόσο περήφανοι. Εγκαταλείψαμε μια ελεύθερη και χαρούμενη ζωή στα δάση για αυτήν τη φρικιαστική ηθική και υλική σκλαβιά. Και είμαστε μανιακοί, νευρασθενικοί, αυτοκτονικοί.

Γιατί θα πρέπει να με νοιάζει που ο πολιτισμός έδωσε φτερά στην ανθρωπότητα για να μπορεί να βομβαρδίζει πόλεις, γιατί πρέπει να με νοιάζει που ξέρω κάθε άστρο του ουρανού και κάθε ποτάμι της γης;

{…}
Σήμερα ο έναστρος θόλος είναι ένα μολύβδινο πέπλο που μάταια προσπαθούμε να διαπεράσουμε• σήμερα δεν είναι πια άγνωστος αλλά δύσπιστος.
{…} Δε δίνω δεκάρα για την πρόοδό τους• θέλω μόνο να ζήσω και να απολαύσω.

Τώρα, θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Δεν αναφέρομαι σε αυτό το θέμα για να αποδείξω πως το σύγχρονο αντιπολιτισμικό ρεύμα έχει μια επίσημα αναγνωρισμένη αναρχική κληρονομιά. Αν η κριτική του για την πραγματικότητα που βιώνουμε είναι ακριβής, γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει αν εντάσσεται στο “κάδρο” της αναρχικής ορθοδοξίας; Ο Μπακούνιν και ο Καρντερουά, ο Μαλατέστα και ο Φιλίπι, όλοι οι αναρχικοί του παρελθόντος που έζησαν μέσα στον αγώνα ενάντια στην κυριαρχία όπως εκείνοι τον καταλάβαιναν, δεν προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μια ιδεολογική ορθοδοξία. Συμμετείχαν στη διαδικασία δημιουργίας μιας επαναστατικής αναρχικής θεωρίας και πρακτικής, που θα ήταν μια συνεχής διαδικασία. Αυτή η διαδικασία συμπεριελάμβανε κριτικές του πολιτισμού, κριτικές της προόδου και κριτικές της τεχνολογίας (και συχνά στο παρελθόν αυτές οι κριτικές δεν ήταν συνδεδεμένες μεταξύ τους, με αποτέλεσμα, για παράδειγμα, ο Μπακούνιν να καλεί σε ” απόλυτη καταστροφή του αστικού πολιτισμού” και παράλληλα να αγκαλιάζει την τεχνολογική ανάπτυξη και τη βιομηχανοποίηση και ο Μάρκους Γκράχαμ να μιλά για την καταστροφή της “μηχανής” για χάρη ενός μη-μηχανοποιημένου πολιτισμού). Ζούμε σε διαφορετικούς καιρούς. Τα λόγια του Μπακούνιν και του Καρντερουά, του Μαλατέστα και του Ρέντσο Νοβατόρε ή οποιουδήποτε αναρχικού συγγραφέα του παρελθόντος δε μπορούν να εκληφθούν ως ένα πρόγραμμα ή ένα δόγμα που πρέπει να ακολουθήσουμε. Μάλλον δημιουργούν ένα οπλοστάσιο για να λεηλατήσουμε. Και ανάμεσα στα όπλα αυτού του οπλοστασίου υπάρχουν κ βάρβαροι πολιορκητικοί κριοί που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ενάντια στα τείχη του πολιτισμού, του μύθου της προόδου και του εδώ και καιρό αποδεδειγμένα λανθασμένου μύθου σύμφωνα με τον οποίο η τεχνολογία μπορεί να μας σώσει από τις συμφορές μας.

Ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίον η τεχνολογία έχει σίγουρα ξεφύγει από τον έλεγχο. Καθώς η μία καταστροφή διαδέχεται την άλλη, τα επονομαζόμενα ”ανθρώπινα” τοπία γίνονται όλο και περισσότερο ελεγχόμενα και μηχανοποιημένα και οι άνθρωποι συμβιβάζονται όλο και περισσότερο με τους ρόλους τους ως γρανάζια της κοινωνικής μηχανής. Ιστορικά, το νήμα που διατρέχει ότι καλύτερο υπάρχει στο αναρχικό κίνημα δεν ήταν η πίστη στον πολιτισμό ή στην τεχνολογία ή στην πρόοδο, αλλά η επιθυμία κάθε άτομο να είναι ελεύθερο να δημιουργήσει τη ζωή του/της όπως αυτός/η θέλει μέσα από ελεύθερες ενώσεις, με άλλα λόγια η ατομική και συλλογική αναδιανομή της ζωής. Και αυτή η επιθυμία είναι αυτό που κινητοποιεί τον αναρχικό αγώνα ακόμα και σήμερα. Είναι για μένα ξεκάθαρο πως το τεχνολογικό σύστημα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δικτύου κυριαρχίας. Έχει αναπτυχθεί για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των αφεντικών αυτού του κόσμου. Ένας βασικός σκοπός των μεγάλου εύρους τεχνολογικών συστημάτων είναι η συντήρηση και η επέκταση του κοινωνικού ελέγχου και αυτό απαιτεί ένα τεχνολογικό σύστημα που είναι σε μεγάλο βαθμό αυτο-συντηρούμενο, με την ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση. Επομένως δημιουργείται μία καταστροφική δύναμη.

Η αναγνώριση του γεγονότος πως η πρόοδος δεν έχει καμία έμφυτη σύνδεση με την ανθρώπινη απελευθέρωση είχε ήδη γίνει από πολλούς επαναστάτες από τα τέλη του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Σίγουρα η ιστορία του 20ου αιώνα θα έπρεπε να έχει ενισχύσει αυτήν την παραδοχή. Κοιτάζουμε έναν φυσικά, κοινωνικά και σωματικά κατεστραμμένο κόσμο, αποτέλεσμα όλων αυτών που έχουν αποκαλεστεί πρόοδος. Οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι αυτού του κόσμου δε μπορούν πλέον να επιθυμούν σοβαρά να πάρουν ένα κομμάτι από αυτήν τη σάπια πίτα ούτε να να την καταλάβουν και να την “αυτοδιαχειριστούν”. Η αναδιανομή της ζωής πρέπει αν έχει ένα άλλο νόημα στο σημερινό κόσμο. Υπό το φως των κοινωνικών μετασχηματισμών των τελευταίων δεκαετιών, μου φαίνεται πως οποιοδήποτε σοβαρό επαναστατικό αναρχικό κίνημα υπάρξει, θα πρέπει να αμφισβητήσει τη βιομηχανοποίηση και τον πολιτισμό ακριβώς επειδή οτιδήποτε λιγότερο θα μας στερήσει τα απαραίτητα εργαλεία για να πάρουμε πίσω τις ζωές μας.

Όμως η αντιπολιτισμική μου οπτική δεν είναι μια πριμιτιβιστική οπτική. Ενώ ενθαρρύνει όντως κάποιον να ερευνήσει τις προφανείς αναρχικές και κομμουνιστικές πτυχές κάποιων “πρωτόγονων” κουλτούρων, δε βασίζω την κριτική μου στη σύγκριση αυτών των κοινωνιών με τη σημερινή πραγματικότητα, άλλα στον τρόπο με τον οποίο όλοι οι διάφοροι οργανισμοί που συνθέτουν τον πολιτισμό δρουν μαζί, με σκοπό να μου κλέψουν τη ζωή και να την μετατρέψουν σε ένα εργαλείο κοινωνικής αναπαραγωγής και στο πως αυτοί μετατρέπουν την κοινωνική ζωή σε μια παραγωγική διαδικασία με σκοπό να διατηρούνται τα αφεντικά και η κοινωνική τάξη. Επομένως, είναι μια ουσιαστική επαναστατική προοπτική και θα χρησιμοποιώ οτιδήποτε από το οπλοστάσιο που ονομάζεται ιστορία της επαναστατικής σκέψης και πρακτικής, που μπορεί να ενισχύσει τον αγώνα μου. Οι “πρωτόγονοι” άνθρωποι είχαν συχνά ζήσει με αναρχικό και κομμουνιστικό τρόπο, άλλα δεν έχουν αυτήν την ιστορία επαναστατικού αγώνα από την οποία μπορούμε να λεηλατήσουμε οπλισμό για τον τωρινό μας αγώνα. Βέβαια, έχοντας πει τα παραπάνω, συνεχίζω να θεωρώ εκείνους τους αναρχοπριμιτιβιστές που αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της επανάστασης και της ταξικής πάλης συντρόφους και πιθανούς συνενόχους.

Ο επαναστατικός αγώνας ενάντια στον πολιτισμό του ελέγχου και τους κέρδους που μας περιβάλλει, δε θα είναι η λογική προσπάθεια να καταλάβουμε τα μέσα παραγωγής. Οι καταπιεσμένοι αυτού του κόσμου φαίνεται να καταλαβαίνουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι πια μια απελευθερωτική επιλογή (αν ήταν ποτέ). Αν για τους περισσότερους δεν είναι ξεκάθαρο ποιος ή τι είναι ο εχθρός, οι περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν τίποτα να πουν με αυτούς που έχουν την εξουσία, επειδή δε μιλούν πια την ίδια γλώσσα. Εμείς, που έχουμε καταπιεστεί από αυτόν τον κόσμο, ξέρουμε πως δε μπορούμε να περιμένουμε τίποτα από αυτόν. Αν ονειρευόμαστε ένα διαφορετικό κόσμο, δε μπορούμε να εκφράσουμε αυτό το όνειρο , επειδή εκείνος ο κόσμος δε μας παρέχει τον τρόπο να το κάνουμε. Και κατά πάσα πιθανότητα πολλοί δεν ονειρεύονται πια. Νιώθουν απλά οργή για τη συνεχόμενη υποτίμηση της ύπαρξής τους. Έτσι αυτή η επανάσταση θα είναι όντως η απελευθέρωση των “μοχθηρών παθών” για τα οποία μίλησε ο Μπακούνιν, τα καταστρεπτικά πάθη που είναι η μόνη διέξοδος για μια ελεύθερη ύπαρξη. Θα είναι ο ερχομός των βαρβάρων που προέβλεψαν ο Ντεζάκ και ο Καρντερουά. Και είναι ακριβώς τότε που οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν έχουν τίποτα να πουν στους αφέντες τους και ίσως μάθουν να μιλούν μεταξύ τους. Είναι ακριβώς τότε που οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι οι πιθανότητες αυτού του κόσμου δεν τους προσφέρουν τίποτα, ότι ίσως μάθουν να ονειρεύονται το αδύνατο. Αυτό το δίκτυο οργανισμών που κυριαρχεί τις ζωές μας, αυτός ο πολιτισμός, μετέτρεψε τον κόσμο μας σε μια τοξική φυλακή. Υπάρχουν τόσα που πρέπει να καταστραφούν ώστε να δημιουργηθεί η ελεύθερη ύπαρξη. Η εποχή των βαρβάρων είναι κοντά.

{…} Ας ξεχυθούν οι βάρβαροι. Ας ακονίσουν τα σπαθιά τους, ας ανεμίσουν τα τσεκούρια τους, ας επιτεθούν στους εχθρούς τους χωρίς έλεος. Ας πάρει το μίσος τη θέση της ανοχής, ας πάρει η οργή τη θέση της παραίτησης, ας πάρει η προσβολή τη θέση του σεβασμού. Ας περάσουν οι βαρβαρικές ορδές στην επίθεση, αυτόνομα, όπως αυτές ορίζουν. Και καμία βουλή, κανένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κανένα σουπερμάρκετ, κανένας στρατώνας, κανένα εργοστάσιο ας μη ξαναφυτρώσει μετά το πέρασμά τους. Αντιμέτωπος με το τσιμέντο που ορθώνεται για να χτυπήσει τον ουρανό και τη μόλυνση που τον βρομίζει, θα μπορούσε κανείς να πει μαζί με τον Ντεζάκ πως ” Δεν είναι το σκοτάδι που θα φέρουν στον κόσμο οι βάρβαροι τούτη τη φορά, είναι το φως.”-Crisso/Odoteo

Αποσπασμα απο το δοκιμιο «Βαρβαρες Σκεψεις – Για μια Επαναστατική Κριτικη στον Πολιτισμο», Wolfi Landstreicher

Τι είναι πολιτισμός;

«Πολιτισμός» είναι μια περίεργη λέξη. Οι πρώιμοι Ευρωπαίοι εξερευνητές συνέδεαν αυτό που ήταν «καλό» με τον πολιτισμό. Έτσι, όταν συνάντησαν ειλικρινείς και γενναιόδωρους απολίτιστους ανθρώπους, θα τους περιέγραφαν κάποιες φορές σαν «πιο πολιτισμένους» από τους Ευρωπαίους. Σήμερα, η ιδέα του πολιτισμού είναι τακτικά συνδεδεμένη με καλό κρασί, όμορφα ανθρώπινα πλάσματα και ραφινάτες γεύσεις, αλλά στην πραγματικότητα τα χαρακτηριστικά που μοιράζονται όλοι οι πολιτισμοί είναι μακράν λιγότερο ευχάριστα: κυριαρχία, γενοκτονία και περιβαλλοντική καταστροφή είναι κάποια απ’ αυτά.

Ένα άλλο σημείο σύγχυσης είναι ότι πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον «πολιτισμό» σαν μια ξεχωριστή οντότητα εξελισσόμενη μέσα στο χρόνο. Αυτή η αντίληψη έχει την πηγή της στο μύθο της Προόδου μέσω του οποίου ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, που τώρα κυριαρχεί στον κόσμο, είναι δικαιολογημένος και εξιδανικευμένος. Αυτός ο μύθος αξιώνει ότι η ανθρωπότητα έχει αναπτύξει μια ενιαία, αρκετά ευθεία πορεία που οδηγεί όπου είμαστε. Στην πραγματικότητα, οι πολιτισμοί έχουν προκύψει σε διάφορα μέρη χωρίς συνδέσεις και χωρίς να ακολουθήσουν μια ενιαία πορεία. Ο δυτικός πολιτισμός εντοπίζεται πίσω στην «Έυφορη Ημισέληνο», που αναφέρεται ως «λίκνο του πολιτισμού». Αλλά οι πολιτισμοί των Κινέζων, των Ιαπώνων, των Ίνκας, των Μάγια και των Αζτέκων, μεταξύ άλλων, δεν έχουν καμιά σύνδεση με αυτό το λίκνο. Η άνθιση του ίδιου του δυτικού πολιτισμού δεν ήταν μια ομαλή πορεία. Είναι περισσότερο η διέλευση, η σύγκλιση και ο διαχωρισμός διαφόρων πορειών, μερικές φορές μέσω του εμπορίου, πολύ συχνότερα μέσω της σύρραξης. Έτσι, έχουν υπάρξει πολλοί πολιτισμοί ανά την ιστορία. Μια σύγκλιση μιας σειράς ιστορικών παραγόντων επέτρεψαν στον ευρωπαικό πολιτισμό να πραγματοποιήσει μαι κατάκτηση που τώρα έχει απλωθεί σε όλο τον πλανήτη. Αλλά η ιδέα ενός ξεχωριστού πολιτισμού που έχει εξελιχτεί κάτα μήκος μιας ενιαίας πορείας είναι μέρος της ιδεολογίας της Προόδου και επαναστατική κριτική πρέπει να είναι προσεκτική για να αποφύγει αυτήν την παγίδα, γιατί μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην άποψη ότι είναι απλά μια αντιστροφή της αντίληψης της Προόδου, παρά μια απόρριψη του μύθου.

Μια τέτοια αντιστροφή μπορεί να οδηγήσει σε μια επίκληση της επιστροφής σε μια φαντασιακή εκκίνηση που είναι από μόνης της ένας μύθος. Μια επαναστατική στον πολιτισμό κριτική, χρειάζεται να απορρίψει την περιπλοκή που υπάρχει σύμφυτη στην ιδέας της Προόδου και όχι να δημιουργήσει έναν αντι-μύθο βασισμένο σε μια ηθική κρίση της Προόδου.

Παρόλο που η ιδέα ενός ξεχωριστού πολιτισμού είναι λανθασμένη, υπάρχουν κάποια βασικά γνωρίσματα που όλοι οι πολιτισμοί έχουν μοιραστεί. Αυτά μπορούν να εξεταστούν ορίζοντας ποιότητες του πολιτισμου. Μπορούν να παρέχουν βασικές κατανοήσεις που είναι χρήσιμες για την αποσαγήνιση του τι μπορεί να σημαίνει μια επαναστατική κριτική στον πολιτισμό.

Ο πολιτισμός προέρχεται από τη λατινική λέξη civis, που σημαίνει κάτοικος της πόλης. Έτσι ο πολιτισμός είναι ένας τρόπος ζωής βασισμένος στην κατοικία της πόλης – στην κατοικία μέσα σε περιοχές συγκεντρωμένου ανθρώπινου πληθυσμού διαχωρισμένες από τις περιοχές όπου αυτός ο πληθυσμός παίρνει την τροφή του. Άρα μια επαναστατική κριτική στον πολιτισμό, θα ήθελε να εξετάσει τις κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούν και δημιουργούνται στις πόλεις.

Όμως η ύπαρξη αυτού που φαίνεται να είναι μια πόλη δεν είναι αρκετή από μόνη της να καθορίσει τον πολιτισμό. Έτσι, ας εξετάσουμε τι συνέβη όταν ανέκυψαν οι πρώτοι πολιτισμοί. Είναι γενικώς αποδεκτό ότι οι πρώτοι πολιτισμοί άρχισαν να αναπτύσσονται οχτώ με δέκα χιλιάδες χρόνια πριν. Αλλά τι ακριβώς άρχισε να αναπτύσσεται;Τα στοιχεία που έχουμε δείχνουν ότι ορισμένες ειδικότητες άρχισαν να αποκρυσταλλώνονται σε μια σειρά από συνυφασμένους κοινωνικούς θεσμούς: το κράτος, την ιδιοκτησία, την οικογένεια, τη θρησκεία, το νόμο, την εργασία (σαν μια δραστηριότητα αποκομμένη από τη ζωή) κλπ. Αυτή η διαδικασία έλαβε χώρα μέσω της αλλοτρίωσης της ικανότητας των ανθρώπων να δημιουργήσουν τις δικές τους ζωές ατομικά και συλλογικά με τους δικούς τους όρους. Αυτή η αλλοτριωμένη δημιουργικότητα αποκρυσταλλώθηκε σα συγκεντρωμένη εξουσία και πλούτος με επίκεντρο τους θεσμούς της εξουσίας. Βασισμένοι στη στέρηση της μεγάλης πλειοψηφίας, οι θεσμοί είναι η αναπαράσταση των ταξικών σχέσεων. Με την εμφάνιση αυτού του θεσμικού πλαισίου η κοινωνία παύει να είναι ένα δίκτυο σχέσεων ανάμεσα σε άτομα για να ανταποκριθεί στις αν’αγκες και τις επιθυμίες τους και αντ’αυτού γίνεται ένα δίκτυο προκαθορισμένων, θεσμισμένων σχέσεων που στέκει πάνω από τους ανθρώπους και στο οποίο πρέπει να ταιριάζουν. Έτσι δεν αναπτύσσουν πλέον από κοινού τεχνικές για να ανταποκριθούνστις ανάγκες και στις επιθυμίες τους.

Αντίθετα τα τεχνολογικά συστήματα εξελίσσονται με στόχο την αναπαραγωγή της θεσμισμένης κοινωνικής τάξης, η οποία είναι από μόνη της μια γραφειοκρατική τεχνολογία για τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων. Οι ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων είναι δευτερεύουσες σε αυτό το πλαίσιο και τα άτομα γίνονται από μόνα τους γρανάζια στην κοινωνική μηχανή. Η επιβίωση τους είναι φτιαγμένη να εξαστάται από αυτήν την κοινωνική μηχανή κλειδώνωντάς τους σε μια συνεχή δουλεία που μπορεί μόνο να σπαστεί μέσω μιας ριζικής ρήξης με την κοινωνική τάξη, μια καταστροφική ανατροπή των υπάρχουσων κοινωνικών σχέσεων, που ανοίγει τη δυνατότητα της δημιουργίας μιας νέας ζωής από κοινού.

Όταν μιλάω για πολιτισμό, εννοώ αυτό το δίκτυο θεσμών που κυριαρχεί τις ζωές μας.